Αν μπει κανείς στον κόπο να βάλει τις δηλώσεις σε μια σειρά, τη μία δίπλα στην άλλη, προκύπτει κάτι που θυμίζει τρενάκι του τρόμου, πότε στην κορυφή πότε στο βυθό, σ’ ένα απέραντο λούνα παρκ, από την Ουάσιγκτον μέχρι την Τεχεράνη. Τον Ιούνιο του 2025, μετά το πρώτο κύμα βομβαρδισμών, ο πρόεδρος Τραμπ είχε δηλώσει πως οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν είχαν «ολοκληρωτικά αφανιστεί».
Αυτό δεν τον εμπόδισε, λίγους μήνες αργότερα, να αναγγείλει την επιχείρηση «Επική Οργή» – ένα νέο κύμα επιθέσεων, για την εξουδετέρωση των «αφανισμένων» πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν. Και τι ήταν αυτή η επιχείρηση; «Μια μικρή εκδρομή», έλεγε τη μία μέρα. «Πόλεμος», την άλλη. «Τι από τα δύο είναι;» τον ρώτησε κάποτε ένας δημοσιογράφος. «Και τα δύο», απάντησε εκείνος. «Εκδρομή για εμάς, πόλεμος για εκείνους». Και πόσο θα διαρκέσει; Την πρώτη μέρα των επιχειρήσεων, είχε πει πως όλα θα έχουν τελειώσει σε «τέσσερις με πέντε εβδομάδες». Δέκα μέρες αργότερα, σε μια συνέντευξη στο περιοδικό Time, έλεγε πως «σχεδόν τελειώσαμε… δεν έχουν μείνει άλλοι στρατιωτικοί στόχοι». Εχουν περάσει τέσσερις μήνες από τότε.
Ηταν έπειτα η περίφημη «αλλαγή καθεστώτος». Στην αρχή, ο πρόεδρος Τραμπ καλούσε τους Ιρανούς να εκμεταλλευθούν την ευκαιρία και να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους. Στα τέλη Μαρτίου έλεγε ότι το καθεστώς έχει ήδη αλλάξει, όχι με εξέγερση αλλά με «αποκεφαλισμό». Τον Ιούνιο ήταν σίγουρος πως απέναντί του είχε πια νέους, «λογικούς ανθρώπους», με τους οποίους μπορούσε «να κάνει ντιλ». Είχε πει μάλιστα πως θα ήταν «τιμή του» να συναντήσει τον νέο ηγέτη της χώρας. Πριν βγει ο μήνας, οι «λογικοί» ήταν και πάλι «αποβράσματα», «άρρωστοι», «βρώμικοι παίκτες», με τους οποίους δεν ήθελε ούτε συζήτηση.
Τη μεγάλη του νίκη την είχε αναγγείλει πρώτη φορά στις 11 Μαρτίου, σε μια ομιλία στο Κεντάκι. «Νικήσαμε!», είχε πει. «Ποτέ δεν πρέπει να δηλώνεις πρόωρα ότι νίκησες. Αλλά νικήσαμε. Είχαμε νικήσει ήδη από την πρώτη ώρα». Από τότε έχουμε μετρήσει 32 ανάλογες επινίκιες δηλώσεις. Οι οποίες εναλλάσσονται, καμιά φορά μέσα στην ίδια μέρα, με δηλώσεις πως το Ιράν τον εκλιπαρεί για μια συμφωνία. Και με απειλές επικείμενης καταστροφής της χώρας αυτής, αν δεν…
Την Κυριακή του καθολικού Πάσχα είχε αναγγείλει πως την Τρίτη θα βομβαρδίσει τα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας και την επομένη μέρα τις γέφυρες. «Ανοίξτε τα γαμ… στενά, τρελοί μπάσταρδοι», κατέληγε η πασχαλιάτικη ανάρτηση, «αλλιώς θα ζήσετε μια κόλαση». Δύο μέρες αργότερα: «Ενας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε και δεν θα επιστρέψει ποτέ». Την ακριβώς επομένη είχε αναγγείλει θριαμβευτικά μια «πλήρη και ολοκληρωτική νίκη». Και το τέλος του πολέμου: «Μεγάλη μέρα για την παγκόσμια ειρήνη»!
Στις 7 Απριλίου ανακοινώθηκε, πράγματι, η πρώτη εκεχειρία. Καταλύθηκε από μια εξαρχής παρεξήγηση. Το Ιράν θεωρούσε ότι περιλαμβάνει και τις ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο, το Ισραήλ το αρνιόταν, τα Στενά του Ορμούζ έμειναν κλειστά και υπό ναυτικό αποκλεισμό. Στα μέσα Ιουνίου ο Τραμπ υπέγραψε στις Βερσαλλίες (χωρίς συνείδηση του συμβολισμού) μια δεύτερη εκεχειρία, ένα μνημόνιο 14 σημείων που προέβλεπε κατάπαυση πυρός και άνοιγμα των Στενών αλλά και σταδιακή άρση των κυρώσεων και προθεσμία 60 ημερών για τη διαπραγμάτευση μιας οριστικής συμφωνίας. Παρεξήγηση ξανά.
Το Ιράν θεωρούσε ότι η συμφωνία του έδινε το δικαίωμα να ορίζει την κίνηση των πλοίων στα Στενά και άρχισε να χτυπά πλοία που περνούσαν από εναλλακτική διαδρομή. «Η εκεχειρία είναι νεκρή», δήλωσε ο Τραμπ. Κι έπειτα ανακοίνωσε ένα τέλος 20% πάνω στην αξία του φορτίου που θα εισέπραττε από τα πλοία τα οποία η αμερικανική δύναμη θα προστάτευε. Το πήρε πίσω σε λιγότερο από 24 ώρες. Αν όλο αυτό το πανηγύρι των καθημερινών, αντιφατικών δηλώσεων είναι μια μέθοδος διαπραγμάτευσης, ένα είδος «δημιουργικής ασάφειας» που μεταφέρει, υποτίθεται, πίεση στον αντίπαλο, τα αποτελέσματα δεν δικαιώνουν τη μέθοδο περισσότερο απ’ όσο την είχαν δικαιώσει στη διάσημη, ελληνική εφαρμογή της, το 2015.
Η «εκδρομή» βρίσκεται πια στον πέμπτο μήνα της, τα Στενά μένουν κλειστά, οι αρχικοί στόχοι των επιχειρήσεων – η ανατροπή του καθεστώτος, ο έλεγχος των πυρηνικών – έχουν βγει από την ατζέντα κι ένα θέμα που δεν είχε προηγουμένως απασχολήσει, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στον Κόλπο, έχει γίνει το μεγάλο πρόβλημα, που με στρατιωτικά μέσα μοιάζει αδύνατον να λυθεί. Γκραν σουξέ!
Και τώρα; Η κλιμάκωση θα ήταν υπερβολικά επικίνδυνη, ο συμβιβασμός – που, φυσικά, θα συνέφερε και τις δύο πλευρές, ιδίως το καθημαγμένο Ιράν – μοιάζει πολιτικά δύσκολος και ο πλανήτης παρακολουθεί έντρομος τη μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου παγιδευμένη σ’ ένα αδιέξοδο που μόνη της δημιούργησε. Και το χειρότερο ίσως είναι αυτό που συνέβη χθες. Ενα βράδυ, όπου τα στρατιωτικά χτυπήματα κλιμακώνονταν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοινώνει διάγγελμα προς το έθνος. Το οποίο δεν περιέχει λέξη για την κρίση στον Περσικό κι είναι ολόκληρο αφιερωμένο σε μια τρελή θεωρία συνωμοσίας, πως η Κίνα νόθευσε τις εκλογές του 2020 για να τις χάσει εκείνος και να τις κερδίσει ο Μπάιντεν, πως το «βαθύ κράτος» και τα προδοτικά μίντια συγκάλυψαν την κλοπή και πως το εκλογικό σύστημα πρέπει να αλλάξει.
Σαν να έχει παραιτηθεί από τη φιλοδοξία μιας «ένδοξης νίκης», ή ακόμη και από την απόπειρα να «πουλήσει» ως νίκη έναν συμβιβασμό. Και αντ’ αυτού να προσπαθεί είτε να μειώσει εκ των προτέρων τη σημασία μιας ήττας στις «ενδιάμεσες» εκλογές του Νοεμβρίου είτε – εφιαλτικό να το σκέφτεται κανείς – να δικαιολογήσει απόπειρες παρέμβασης στις εκλογικές διαδικασίες. Σαν ο πόλεμος να μην ανατρέπει μόνον τις ισορροπίες του κόσμου, να μην μας παρασύρει μόνον στη δίνη μιας εφιαλτικής στρατηγικής αβεβαιότητας και οικονομικής ανασφάλειας. Να αδειάζει από περιεχόμενο και κύρος και τους θεσμούς της ισχυρότερης δημοκρατίας στον κόσμο. Σαν ένας μεταμοντέρνος, αμερικανός Λουδοβίκος Βοναπάρτης να ετοιμάζει μια δική του 18η Μπρυμαίρ.








