Το 1794, στη Γαλλία, η Επανάσταση ακόμα κινδύνευε. Η μοναρχία είχε ανατραπεί, όμως ο γαλλικός στρατός συνέχιζε να πολεμά εναντίον του συνασπισμού των ευρωπαϊκών μοναρχιών, και στο εσωτερικό συνεχίζονταν αντιεπαναστατικές εξεγέρσεις.
Τον Σεπτέμβριο του 1793, για να εντοπιστούν και να εξουδετερωθούν οι εχθροί της ελευθερίας, είχε ψηφιστεί ο «Νόμος των Υπόπτων» που επέτρεπε την άμεση σύλληψη και φυλάκιση οποιουδήποτε θεωρούνταν αντίθετος προς την Επανάσταση, και οι μαζικές διώξεις και εκτελέσεις σκορπούσαν τον απόλυτο τρόμο.
Η Εθνική Συνέλευση είχε μεταβιβάσει μέρος των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στην «Επιτροπή Δημόσιας Σωτηρίας», της οποίας ηγείτο άντρας που πριν από την Επανάσταση ήταν ένας σεμνός και αφανής επαρχιακός δικηγόρος· λεγόταν Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος και στις 5 Φεβρουαρίου 1794 («17 pluviôse, an II» κατά το επαναστατικό ημερολόγιο) εκφώνησε ενώπιον της Εθνικής Συνέλευσης την ομιλία του «Περί των αρχών της πολιτικής ηθικής», που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο διάσημα κείμενα της Επανάστασης: «Αν σε καιρό ειρήνης η κινητήρια δύναμη της λαϊκής εξουσίας είναι η αρετή, σε καιρούς επαναστατικούς η λαϊκή εξουσία στηρίζεται και στην αρετή και στην τρομοκρατία. Στην αρετή, γιατί χωρίς αυτήν η τρομοκρατία γίνεται θανατερή, και στην τρομοκρατία, γιατί χωρίς αυτήν η αρετή είναι ανίσχυρη».
Vertu et Terreur. Αρετή και Τρομοκρατία. Δυο ατσάλινες λεπίδες που συγκρούστηκαν θανατηφόρα, σφυρηλατώντας μια σύγχρονη έννοια της εξέγερσης: για να οικοδομηθεί ένας καλύτερος κόσμος, η χρήση βίας δικαιολογείται ηθικά. Η πολιτική αρετή, ως αφοσίωση στην πατρίδα και το δημόσιο συμφέρον πάνω από κάθε προσωπικό όφελος, είναι η ψυχή κάθε δημοκρατίας· και η πολιτική τρομοκρατία είναι ο απαραίτητος τρόπος για να εξαλειφθούν οι εχθροί της δημοκρατίας.
Για τον Ροβεσπιέρο, που στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης διακρινόταν για τις ανθρωπιστικές του πεποιθήσεις και τη σθεναρή αντίθεσή του στη θανατική ποινή, η Τρομοκρατία δεν ήταν το όπλο που θα χρησιμοποιούσε η κυβέρνηση εναντίον του λαού, αλλά το μέσο με το οποίο θα μπορούσε να ασκεί έλεγχο στις ενέργειες τις δικές της και των εκπροσώπων και οργάνων της. «Η τρομοκρατία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η γρήγορη, αυστηρή, ασυμβίβαστη δικαιοσύνη· είναι, επομένως, μια απόρροια της αρετής. Μια συνέπεια της αρχής της δημοκρατίας, εφαρμοσμένη στις πιο επείγουσες ανάγκες της πατρίδας».
Με τα χρόνια, οι λεπίδες της πολιτικής ηθικής του Ροβεσπιέρου ακονίστηκαν με πολλούς τρόπους. Οι χρήστες της (κρατικής και μη) τρομοκρατίας βάσισαν τις πεποιθήσεις τους σε τρεις δογματικούς κανόνες: στην ηθική ανωτερότητά τους απέναντι σε διεφθαρμένους θεσμούς, θεωρώντας ότι είναι οι μοναδικοί γνήσιοι φύλακες της κοινωνικής δικαιοσύνης, της θρησκευτικής καθαρότητας, της λαϊκής ελευθερίας κ.λπ., και ότι η τρομοκρατική τους βία, ως «Αρετή των καταπιεσμένων», είναι ο μόνος τρόπος έκφρασης και αντίδρασης απέναντι στις υπέρτερες αντίπαλες δυνάμεις· στην αυτοθυσία τους, που αποτελεί και απόδειξη της αρετής τους, καθώς «λερώνουν τα χέρια τους» για έναν ανώτερο και αγνότερο σκοπό· και στην «παιδαγωγική χρησιμότητα» της βίας, που αφυπνίζει συνειδησιακά και εκπαιδεύει τους λαούς.
«Φύγαμε μαζί με τη Λεία από τα γραφεία, στην Κορνάρου. Αποφύγαμε τη συνηθισμένη διαδρομή από Καραγεώργη Σερβίας για να στρίψουμε δεξιά Βουλής, να πάμε σε μια δουλειά. Η έκρηξη μας πέτυχε εκεί, μόλις είχαμε διασχίσει την Ερμού, και μας έσπρωξε πάνω στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Τα αφτιά μας βούιζαν και δεν καταλαβαίναμε τι συνέβαινε – δεν διανοηθήκαμε ότι θα μπορούσε να έχει εκραγεί ρουκέτα στο κέντρο της Αθήνας. Οταν συνειδητοποιήσαμε τι γινόταν και ξαναβρήκαμε την ακοή μας, κοιτάξαμε ψηλά: μια φλόγα υψωνόταν μέχρι σχεδόν τα ρετιρέ των πολυκατοικιών. Κι αποκάτω, κείτονταν το κορμί του Θάνου Αξαρλιάν». Ετσι περιγράφει σήμερα μια φίλη μου την ανάμνησή της για εκείνη την ελληνική επέτειο της γαλλικής επανάστασης, στις 14 Ιουλίου του 1992. Πώς θα την έκρινε, αναρωτιέμαι, ο Ροβεσπιέρος, το κεφάλι του οποίου, πέντε μήνες και τρεις εβδομάδες μετά τη διάσημη ομιλία του, κόπηκε από την επαναστατική γκιλοτίνα; Είχε γίνει, και αυτός, απειλή για τη Δημοκρατία.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Την τρομοκρατία την ξέρουμε πολύ καλά· ίσως, καλύτερα από την αρετή. Και όταν κάποιοι επικαλούνται αυτές τις δυο λέξεις βαλμένες δίπλα – δίπλα, ακούγεται ο ίδιος ανατριχιαστικός, αποτρόπαιος ήχος. Στα δικά μου αφτιά πάντως, γλυκύτερες κι αληθινότερες ηχούν οι έξι λέξεις του Ζακυνθινού: θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.








