Είναι Μάρτιος 1969. Ο Κρίστοφερ Νόλαν δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Στις κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας προβάλλεται η Οδύσσεια. Οχι του Οδυσσέα, αλλά του Νίκου του Ξανθόπουλου. «Η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου». Είναι το φιλμ που ο Ξανθόπουλος παλεύει με την αρκούδα, δεκαετίες πριν απ’ τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Στην ελληνική ταινία την αρκούδα υποδύεται ο Ανέστης Βλάχος. Στην αμερικανική τη δημιούργησαν με εφέ.

Ο ελληνικός κινηματογραφικός ρεαλισμός αναμετρήθηκε με την εικονική πραγματικότητα του Χόλιγουντ. Και την κατανίκησε. Στην Οδύσσεια του Ξανθόπουλου ο ήρωας αναζητεί τον πατέρα του που χάθηκε στη Μικρασιατική Καταστροφή. Και τον βρίσκει. Εχει πάρει τη θέση κάποιου μπέη και την περνάει φίνα. Λύνουν κάποιες παρεξηγήσεις και στο τέλος επιστρέφουν μαζί στο σπίτι, στην Ελλάδα.

Οπως και αν παρουσιάσεις την Οδύσσεια, την ίδια ιστορία θα διηγηθείς. Ο Κιούμπρικ την έκανε διαστημικό ταξίδι. Ο Νόλαν υπερπαραγωγή. Ο Ξανθόπουλος με αρκούδα. Από όποια γωνία και αν δεις το έπος, βλέπεις μία εικόνα. Την ανάγκη ενός ανθρώπου να γυρίσει στο σπίτι του. Είτε για να βάλει τις παντόφλες και να δει τηλεόραση, είτε για να σκοτώσει δύο-τρεις μνηστήρες.

Ως έκφραση, η «Οδύσσεια», ανήκει στη σφαίρα του κλισέ. Χρησιμοποιείται καθημερινά για να περιγράψει την ταλαιπωρία. Αυτή που τραβάς στο μποτιλιάρισμα. Στη δουλειά για να βγει το μεροκάματο. Ψάχνοντας πάρκινγκ για να πας το παιδί στις δραστηριότητες. Κάνοντας υπολογισμούς για τα έξοδα του μήνα.

Γράφτηκε ως η περιπέτεια ενός ανθρώπου που πάλευε με θεούς και τέρατα. Σήμερα είναι η ιστορία κάποιου που προσπαθεί να κλείσει ραντεβού σε δημόσιο νοσοκομείο, να πάρει μία άδεια, να βρει σπίτι ή να μιλήσει με άνθρωπο στην εξυπηρέτηση πελατών. Οι Κύκλωπες αντικαταστάθηκαν από κωδικούς και οι Λαιστρυγόνες από αυτοματοποιημένα μηνύματα τεχνητής νοημοσύνης. Οι Σειρήνες έγιναν ειδοποιήσεις στο κινητό και ασταμάτητο σκρολάρισμα στα social.

Και η Ιθάκη; Πού στο διάολο είναι η Ιθάκη; Είναι εκεί όπου πιστεύεις ότι τελειώνει κάτι. Να βρεις δουλειά, να μεγαλώσουν τα παιδιά, να ξοφλήσεις το σπίτι, να πάρεις σύνταξη. Ομως είναι μία πλάνη. Νομίζουμε ότι παλεύουμε για να φτάσουμε κάπου. Στην πραγματικότητα παλεύουμε για να συνεχίσουμε. Το ταξίδι δεν έχει προορισμό. Εχει μόνο διαδρομή. Χρειάζεται βέβαια και μία Ιθάκη. Αυτή η ανάγκη για έναν «προορισμό-ψέμα» είναι το απόλυτο καύσιμο της ύπαρξής μας.

Αν ο Ξανθόπουλος ήξερε πως ο χαμένος πατέρας του, αντί για αγκαλιές, θα του ζητούσε λογαριασμό για τα χαμένα χρόνια, ίσως να μην πάλευε ποτέ με την αρκούδα-Βλάχο. Αν ο αστροναύτης του Κιούμπρικ γνώριζε πως στο τέλος του συμπαντικού ταξιδιού τον περίμενε απλώς ένα ψυχρό, λευκό δωμάτιο και μια αναγέννηση χωρίς μνήμη, θα προτιμούσε να ξεμείνει στην τροχιά του Δία. Γιατί όταν φτάνεις στην Ιθάκη δεν είσαι ίδιος με τον άνθρωπο που κάποτε έφυγε από εκεί. Και μπορεί να βρεθείς μπροστά σε ένα τρομακτικό ερώτημα. Τι είναι προτιμότερο; Να χάσεις τον δρόμο ή τον εαυτό σου; Εδώ κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι σε κάθε σταθμό βρίσκεις και μία άλλη εκδοχή του εαυτού σου. Αλλά αυτά είναι βαριά φιλοσοφία.

Η «Οδύσσεια» είναι στα πανιά των κινηματογράφων. Και εμείς, με τα ποπ κορν και την μπίρα στο χέρι κάνουμε τεστ πνευματικής πατρότητας. Με μία κάποια έπαρση, είναι η αλήθεια. Αλλά δεν μπορείς να εγείρεις δικαιώματα στην οικουμενικότητα μιας αφήγησης. Αν εσύ θεωρείς ότι περνάς Οδύσσεια στον Κηφισό, τότε και ο Νόλαν μπορεί να επιλέξει μία μαύρη Ελένη. Αυτή η αντιστοίχιση με την αλήθεια είναι κουραστική.

Είναι σαν κάποιος να κουνάει το δάχτυλο στον Ομηρο επειδή περιέγραψε τέρατα που δεν υπάρχουν και τόπους που χαρτογραφούνται μόνο με φαντασία. Το 2004 βρισκόμουν με την ολυμπιακή φλόγα της Αθήνας στη Σεούλ. Ο χορηγός της εκδήλωσης είχε παρατάξει τιμητικό άγημα ανδρών με αρχαιοελληνική ενδυμασία, δηλαδή με κάτι δερμάτινες στενές φούστες και σανδάλια με κορδόνια ως το γόνατο. Εφεραν ασπίδες σε σχήμα κινητού τηλεφώνου. «Δεν είναι αρχαίοι Ελληνες αυτοί» είπα, αγενώς, στην Κορεάτισσα δίπλα μου. «Φυσικά και είναι», απάντησε. «Δεν είδες την Τροία με τον Μπραντ Πιτ;»

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail