Για δεκαετίες, η παραδοσιακή διπλωματική ανάλυση βασιζόταν σε μια απλή, σχεδόν αξιωματική παραδοχή: τα κράτη δρουν στη διεθνή σκηνή, ενεργούν ως ορθολογικοί παράγοντες που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση της ισχύος, της ασφάλειας ή της ιδεολογικής τους επιρροής. Σήμερα, όμως, αυτή η οπτική μοιάζει ολοένα και πιο ανεπαρκής απέναντι σε μια νέα πραγματικότητα, όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου συμφέροντος και ιδιωτικού κέρδους γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα.
Στο περίφημο δοκίμιό τους με τίτλο «The Age of Kleptocracy: Geopolitical Power, Private Gain» (Η Εποχή της Κλεπτοκρατίας: Γεωπολιτική Ισχύς, Ιδιωτικό Οφελος), οι πολιτικοί επιστήμονες Alexander Cooley και Daniel Nexon υποστηρίζουν ότι η διεθνής κοινότητα διαπράττει ένα θεμελιώδες «σφάλμα κατηγοριοποίησης» όταν επιχειρεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά πολλών σύγχρονων ηγετών αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της γεωπολιτικής στρατηγικής. Κατά τους δύο μελετητές, η εξωτερική πολιτική και οι διεθνείς θεσμοί χρησιμοποιούνται ολοένα συχνότερα όχι για την προώθηση του εθνικού συμφέροντος, αλλά για τη διασφάλιση ιδιωτικών περιουσιών και την πολιτική επιβίωση κλειστών δικτύων εξουσίας.
Η πρώτη μεγάλη ανατροπή που φέρνει η ανάλυση των Cooley και Nexon αφορά τη φύση της ίδιας της κλεπτοκρατίας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η διαφθορά αυτού του μεγέθους αντιμετωπιζόταν ως μια παθογένεια περιορισμένη σε αδύναμα, αυταρχικά ή αναπτυσσόμενα κράτη, κυρίως του παγκόσμιου Νότου ή της μετασοβιετικής περιφέρειας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη και ανησυχητική.
Η σύγχρονη κλεπτοκρατία δεν αποτελεί ένα απομονωμένο εθνικό φαινόμενο. Αντίθετα, συνιστά ένα πλήρως παγκοσμιοποιημένο και διακρατικό σύστημα, το οποίο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη συνειδητή ή ασυνείδητη συνενοχή ανεπτυγμένων δημοκρατιών και διεθνών χρηματοπιστωτικών δομών. Εικονικές εταιρείες-βιτρίνες, περίπλοκα δίκτυα υπεράκτιων λογαριασμών και νομικά κενά στις αγορές ακινήτων πολυτελείας αποτελούν βασικούς μηχανισμούς μεταφοράς και προστασίας παράνομου ή αδιαφανούς πλούτου. Από το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη έως άλλους διεθνείς χρηματοοικονομικούς κόμβους, μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος λειτουργούν ως ασφαλή καταφύγια για κεφάλαια που συχνά προέρχονται από τη λεηλασία δημόσιων πόρων.
Υπό αυτό το πρίσμα, πολλές συμπεριφορές κρατών που παραδοσιακά ερμηνεύονταν ως προϊόν υπολογισμών γεωστρατηγικής αποκτούν διαφορετική διάσταση. Η εξωτερική πολιτική παύει να αποτελεί εργαλείο προάσπισης του εθνικού συμφέροντος και μετατρέπεται σε προέκταση των οικονομικών επιδιώξεων της κυρίαρχης ελίτ. Οι διεθνείς συμμαχίες δεν οικοδομούνται πλέον αποκλειστικά πάνω σε κοινές αξίες ή στρατηγικές προτεραιότητες, αλλά αντιμετωπίζονται ως συναλλακτικές σχέσεις αμοιβαίου οφέλους μεταξύ δικτύων εξουσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, μια εμπορική συμφωνία, μια κρατική σύμβαση ή μια μεγάλη ξένη επένδυση δεν αξιολογούνται πρωτίστως με βάση τη συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη ή την κοινωνική ευημερία. Η πραγματική τους αξία μετριέται συχνά από το κατά πόσο εξασφαλίζουν οικονομικούς πόρους, πολιτική επιρροή και διατήρηση της εξουσίας για έναν στενό κύκλο προσώπων. Με άλλα λόγια, οι οικονομικές σχέσεις μετατρέπονται σε διεθνείς μηχανισμούς πελατειακών ανταλλαγών.
Οι συνέπειες της κλεπτοκρατίας δεν περιορίζονται στο πεδίο της διπλωματίας. Αγγίζουν τον πυρήνα της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Oταν οι δημόσιοι θεσμοί παύουν να υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον και αναδιοργανώνονται με βασικό σκοπό την προστασία οικονομικών και πολιτικών ελίτ, το κράτος δικαίου αποδυναμώνεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών χάνεται.
Η συστηματική κατάχρηση της εξουσίας δημιουργεί την αίσθηση ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισότιμα και ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί προς όφελος λίγων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ευδοκιμούν η πολιτική απογοήτευση, η κοινωνική απάθεια, ο λαϊκισμός και οι αυταρχικές τάσεις, με αποτέλεσμα να υπονομεύονται οι ίδιες οι βάσεις της δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι το υπάρχον σύστημα παρουσιάζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις μεταρρυθμίσεις. Τα οικονομικά οφέλη που παράγονται από τις διεθνείς ροές «γκρίζου» χρήματος είναι τόσο μεγάλα, ώστε ισχυρά οικονομικά συμφέροντα αντιστέκονται σθεναρά σε κάθε προσπάθεια ουσιαστικής διαφάνειας και λογοδοσίας. Η «γεωπολιτική της αρπαγής» δεν συνιστά πλέον μια παροδική δυσλειτουργία του διεθνούς συστήματος, αλλά τείνει να παγιωθεί ως η νέα κανονικότητα. Η αποτελεσματική αντιμετώπισή της προϋποθέτει συντονισμένες διεθνείς πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της διαφάνειας, τον περιορισμό του χρηματοπιστωτικού απορρήτου και τη ριζική αναμόρφωση των σχετικών νομοθετικών πλαισίων. Ωστόσο, υπό τις σημερινές γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, η υλοποίηση μιας τόσο φιλόδοξης μεταρρύθμισης μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη.
Ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος είναι καθηγητής στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

- Μανιάτης προς Κομισιόν: Ευρωπαϊκή στρατηγική για την προστασία των τουριστικών και μουσειακών σιδηροδρόμων
- Σοκ στη Βρετανία: 18χρονος παρέσυρε ηλικιωμένο με το όχημά του, τον εγκατέλειψε και… πήγε για πίτσα (video)
- Ιερισσός: Ο σκύλος, η αλυσίδα των πέντε μέτρων και η υπόθεση που οδεύει προς το αρχείο (φωτό, βίντεο)







