Η λειψυδρία έχει καταστεί πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας και αφορά τη δυστοκία να καλυφθούν διάφορες υδατικές ανάγκες είτε λόγω φυσικών (π.χ. παρατεταμένη ανομβρία-φυσική λειψυδρία) είτε λόγω ανθρωπογενών (π.χ. έλλειψη υποδομών νερού-οικονομική λειψυδρία) παραγόντων. Οι τελευταίοι είναι εύκολο και να προβλεφθούν και να σχεδιαστούν σε τεχνικό επίπεδο, με μόνη δυσκολία τη χρηματοδότησή τους. Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν αφορούν τους όρους αυτής ακριβώς της χρηματοδότησης και ο λόγος απλός, γνωστός και ένας· ιδιωτικοποίηση. Για την ύδρευση, ίσως, είμαστε ένα βήμα πριν, αλλά για το αρδευτικό νερό είμαστε ένα βήμα μετά.

Πριν από περίπου μία πενταετία, ο τότε ΥπΑΑΤ ανακοίνωνε πρόγραμμα επενδύσεων μαμούθ ύψους 4 δισ. ευρώ περίπου, για την κατασκευή αρδευτικών υποδομών. Εργα εξαιρετικά σημαντικά για τον πρωτογενή τομέα, όπου η τελευταία επένδυση μεγάλης κλίμακας έγινε στην ουσία επί Σχεδίου Μάρσαλ. Τα έργα χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και το Εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων μέσω Συμπράξεων Δημόσιου & Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Το σημείο αυτό είναι και ο διάβολος που συνήθως κρύβεται στις λεπτομέρειες. Οι ΣΔΙΤ αφορούν σε πλαίσιο συγχρηματοδότησης υποδομών με ένα γενικό κανόνα 3 χρόνια κατασκευή και 27 χρόνια εκμετάλλευση από τους ιδιώτες «επενδυτές».

Το πρόγραμμα «Υδωρ 2.0», το οποίο ακολουθεί τον παραπάνω κανόνα είναι ήδη εν εξελίξει, έχει ως πρώτη δέσμη έργων: (α) στον Ταυρωπό Καρδίτσας (περ. 110 εκατ. €) (β) στο Μιναγιώτικο Μεσσηνίας (περ. 100 εκατ. €), (γ) στα Χοχλάκια Λασιθίου (περ. 60 εκατ. €, (δ) στην Υπέρεια Λάρισας και στα Ορφανά Καρδίτσας (περ. 80 εκατ. €), (ε) στον Νέστο Ξάνθης (περ. 170 εκατ. €), (στ) στον Αλμωπαίο Πέλλας (περ. 115 εκατ. €).

Πρόκειται για περιοχές με ισχυρό παραγωγικό πρόσημο στον πρωτογενή τομέα. Ο χρονικός ορίζοντας αφορά 27 έτη για τη διαχείριση και εκμετάλλευση των υποδομών άρδευσης που θα παραχωρηθούν σε ιδιώτες, οι οποίοι θα εισπράττουν απευθείας αντίτιμο από τους χρήστες του έργου. Είναι άραγε σε θέση οι ήδη υπερχρεωμένοι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (νομικά πρόσωπα υπεύθυνα για τη διαχείριση των αρδευτικών δικτύων) να αντεπεξέλθουν σε πρόσθετες επιβαρύνσεις; Για ποιο λόγο ο κεντρικός σχεδιασμός της διαχείρισης του αρδευτικού νερού περιλαμβάνει την υπαγωγή πλέον των παραπάνω στη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ); Είναι μόνο ζήτημα καλύτερης διαχείρισης; Πρόκειται άραγε να περάσουμε σε ένα είδος τσιφλικοποίησης της καλλιεργούμενης γης με μια γενική ανακατανομή γαιών και αύξηση των μεγαλοϊδιοκτητών οι οποίοι είναι και οι μόνοι που θα μπορούν να αντεπεξέλθουν στα διογκωμένα κόστη παραγωγής;

Δυστυχώς, η πολιτεία θα έπρεπε να επικεντρωθεί σε ζητήματα που θα αναβαθμίσουν τον γεωργικό τομέα όπως: (α) ουσιαστικά ευφυής ψηφιακή γεωργία (β) αναβαθμισμένα συλλογικά αγροτικά σχήματα και συνεταιρισμοί αξιοποιώντας νέους αγρότες (γ) εκσυγχρονισμός εξοπλισμού και μηχανημάτων στην αγροτική παραγωγή (δ) αξιόπιστοι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί επιδοτήσεων. Αντ’ αυτών η ελληνική πολιτεία επιλέγει να καταπιαστεί με το πρόβλημα με τη συνήθη φιλοσοφία του «business as usual».

Ο Ανδρέας Καλλιώρας είναι καθηγητής στο ΕΜΠ.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail