Είναι η Μυρτώ ένας άγγελος. Μες στη σεμνή στολή της – λευκό πουκάμισο, γκρι παντελόνι, χαμηλά παπούτσια –, μες στη στολή της, φτερουγίζει από τραπέζι σε τραπέζι. Χαμογελάει στους Κινέζους κινέζικα – όχι ζεστά, εννοώ, όχι έξω καρδιά, μα σχηματίζοντας με τα χείλη της ένα αχνό μισοφέγγαρο.

Της παραγγέλνουν στη γλώσσα τους και τους καταλαβαίνει! Πώς γίνεται να πιάνει στον αέρα όλα εκείνα τα νιαουρίσματα, τα γρυλίσματα, τα σερνάμενα «ααα…» και «ιιι….» – πού τα έχει μάθει; Έχει περάσει, μου ‘πε, ενάμιση χρόνο στη Σαγκάη. Φοιτήτρια. Μάλιστα.

Επιστρέφοντας δεν βρήκε καλύτερο πόστο από σερβιτόρα; Σ’ αυτό μάλιστα το ξενοδοχείο με τα βραχιολάκια, τις τεράστιες πισίνες, γυμναστική τα πρωινά, καραόκε τα απογεύματα – χίλιοι πελάτες, κοτζάμ Τσάινα Τάουν στην Ανάβυσσο; «Κάνω πρακτική» μου εξήγησε. «Και τα τιπς δεν είναι λίγα…».

Εγώ τους παραλαμβάνω μετά το πρωινό και τους γυρνάω στα αξιοθέατα. Ακρόπολη, Σούνιο. Υπάρχουν και έξτρα πακέτα μονοήμερων εκδρομών για Δελφούς, Ολυμπία. Λίγοι τα παίρνουν. Χέστηκαν, έχω καταλάβει, οι Κινέζοι για τα αρχαία μας, σκασίλα τους για την Ελλάδα γενικά – «τους στέλνουν υποχρεωτικά οι εταιρείες τους» με φώτισε κάποιος. «Θέλουν να τους μυήσουν στην κουλτούρα των διακοπών.»

Τι τρέλα! Δύο φορές πάντως την εβδομάδα ψιλογεμίζει το πούλμαν κι εγώ το οδηγώ στον ομφαλό της γης ή στην κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, χαρούμενος επειδή παίρνω εκτός έδρας. Σούρουπο είμαι πίσω, φρεσκότατος – έχω ρίξει κι έναν υπνάκο στα πίσω καθίσματα ενώ τους έβοσκαν τους δόλιους στα μάρμαρα. Χθες, στην επιστροφή, γελούσαν και τα μουστάκια μου.

«Τη Μυρτώ πώς την πήρες μαζί σου στους Δελφούς; Με τι θάρρος της το πρότεινες;». Με φώναξε, σήμερα το πρωί, ο διευθυντής προσωπικού και μου ξεκίνησε κανονική ανάκριση. «Αυθόρμητα. Διασταυρωθήκαμε προχθές στο σχόλασμα και την κάλεσα». «Δικό σου είναι το όχημα;».

«Είχε μπόλικες άδειες θέσεις – πού το πρόβλημα;». Χάιδεψε το προγούλι του, με κοίταξε ειρωνικά. «Σοβαρά, Μανώλη, δεν καταλαβαίνεις; Τη γνώριζες από πριν;». «Τι εννοείτε “από πριν”; Είχαμε πει πέντε κουβέντες στο καπνιστήριο του προσωπικού, πίσω από τα μαγειρεία». «Καπνίζει η Μυρτώ;». Μαγκώθηκα να μην την κάψω. «Ατμίζει…» απάντησα. «Ελάχιστα».

«Μετράς τις τζούρες της; Ξέρεις κι άλλα της χούγια; Πίνει κιόλας; Κάνει μήπως στις ελεύθερες ώρες της και κάναν μπάφο; Οχι βέβαια!» απάντησε μόνος του. «Είναι, στα είκοσί της, αθώο αρνί! Κι εσύ, στα πενήντα σου, ο χασάπης της!».

Μου γύρισε το μάτι. Σε άλλες συνθήκες, θα τον έστελνα στον διάολο. Ετσι κι αλλιώς, εγώ τη δουλειά μου την είχα χάσει. Ηθελα όμως να προστατεύσω το – ας γελάσω – αρνάκι.

«Του γάλακτος, συμφωνώ κι επαυξάνω» απάντησα. «Ούτε τατουάζ δεν έχει». «Την είδες χωρίς ρούχα;». «Πού να τη δω;». «Στο βρωμοξενοδοχείο που κλείσατε δωμάτιο για δυο ώρες, ενώ οι εκδρομείς ξεναγούνταν, τι κάνατε; Παίζατε τις κουμπάρες;».

Πώς ήξερε ο κανάγιας τις κινήσεις μας; Βάζουν εφαρμογές παρακολούθησης στα επαγγελματικά κινητά του προσωπικού; Ή – το πιθανότερο – του τα ‘χε ξεφουρνίσει όλα η Μυρτώ;

«Εγώ την παρέσυρα…» ισχυρίστηκα. «Αναμφίβολα!» φόρτωσε. «Δώστε μου την απόλυσή μου, να τελειώνουμε». Με κοίταξε σαν μοχθηρός παπάς, που έχει πιάσει τον αμαρτωλό στα πράσα. «Δεν ντράπηκες, Μανώλη, οικογενειάρχης άνθρωπος;

Δεν σε σταμάτησε η – πώς να την πω; – η κοινωνική σας απόσταση; Εκείνη φοιτήτρια, κόρη γιατρού – δεύτερου μάλιστα εξαδέλφου μου –, εσύ πρώην νταλικιέρης; Δεν σεβάστηκες τη διαφορά ηλικίας; Να χέσω το άσπρο σου μουστάκι!» κατακοκκίνησε ξαφνικά. «Αφού γκομενίζεις, γιατί δεν το βάφεις; Βιάγκρα πάντως παίρνεις, ομολόγησέ το! Με τις χούφτες!».

Ξάφνου κατάλαβα τι τον διαόλιζε. Πίσω από τον κανονισμό εργασίας, πίσω από την κορεκτίλα του, φάνηκε το πράσινο τερατάκι. Της ζήλιας. Δεν μπορούσε να το χωνέψει που τη Μυρτώ την κέρδισα όχι με την εξουσία μου – ποια εξουσία; Μα με τη γοητεία μου. «Στο φαΐ και στο κρεββάτι, ο Θεός δεν παίρνει μάτι!» του γέλασα στα μούτρα. Και βρόντηξα την πόρτα πίσω μου.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail