Σε 6 ημέρες και συγκεκριμένα στις 17 Ιουλίου αναμένεται να κορυφωθεί η νέα ιδεολογική, ιστορική και καλλιτεχνική διαμάχη. Είναι η ημέρα της πρεμιέρας της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν, που δίχασε με την ανακοίνωση του καστ, κυρίως εξαιτίας του χρώματος του δέρματος της (όχι και τόσο, αλλά γούστα είναι αυτά) ωραίας Ελένης.
Χωρισμένο στα δύο το κοινό δίνει λυσσαλέες μάχες με όλα τα χαρακτηριστικά που έχουν οι ανούσιες διαμάχες των social media: Εχθροπάθεια, ακατάσχετο υβρεολόγιο, δυσανάλογος θυμός. H ταινία πάντως ανέδειξε την έκδηλη πλέον αντιστροφή του κλίματος.
Μόλις λίγα χρόνια πριν, κάποιος δεν θα τολμούσε ούτε καν να εκστομίσει την πολιτιστική ανακολουθία, ότι μία μαύρη ηθοποιός υποδύεται τη μυθική ελληνίδα πριγκίπισσα. Το πιθανότερο είναι ότι οι λοιδορίες και η δημόσια κατακραυγή σε βάρος του θα πετύχαιναν όλα αυτά που περιλαμβάνει ο όρος #cancel.
Το ερώτημα παραμένει: Θα ήταν θεμιτό πρωταγωνιστής σε ταινία για τον Γκάντι να ήταν ένας ξανθός γαλανομάτης ηθοποιός του Χόλιγουντ; Προφανώς η «Οδύσσεια» δεν είναι ιστορική ταινία, προφανώς και πρέπει να διαφυλάσσεται η καλλιτεχνική ελευθερία. Ο ίδιος ο Ομηρος όμως αναφέρει ότι η Ελένη του είναι «λευκώλενος», είχε λευκούς βραχίονες.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι η φυλή ή το χρώμα του δέρματος ενός ηθοποιού. Αλλά το εάν, στο όνομα μιας σύγχρονης ιδεολογικής επιταγής, δικαιούται κάποιος να αναθεωρεί χαρακτηριστικά ενός εμβληματικού λογοτεχνικού έργου.
Διότι είναι άλλο η δημιουργική ανάγνωση και άλλο η συνειδητή αναδιαμόρφωση στοιχείων του πρωτότυπου, ώστε να υπηρετούν τις αξιακές προτεραιότητες της εποχής. Στη δεύτερη περίπτωση, η τέχνη μετατρέπεται από πεδίο δημιουργικής έκφρασης, σε όχημα ιδεολογικών εμμονών.
Εν μέσω των διασταυρούμενων πυρών εμφανίστηκε η ίδια η Λουπίτα Νιόνγκο, η οποία εγκάλεσε τον Ομηρο διότι δεν εφάρμοσε το μέτρο της ποσόστωσης κατά τη συγγραφή του έργου. Ερωτώμενη τι θα του έλεγε αναφώνησε με έντονο ύφος: «Λοιπόν, Ομηρε, πώς νιώθεις για τον χρόνο που αφιερώνεται στις γυναίκες στην ταινία, λαμβάνοντας υπόψη πόσο λίγο χρόνο αφιέρωσες εσύ;».
Το πιο θλιβερό βέβαια δεν ήταν η αμάθεια της Νιόγκο, η οποία προφανώς αγνοεί ότι το ομηρικό έπος βρίθει γυναικείων πρωταγωνιστριών, ούτε καν η αυτοπεποίθηση της έπαρσης που συνοδεύει σχεδόν πάντα την αμάθεια.
Το θλιβερό είναι ότι η εμμονή στη woke ατζέντα καταλήγει τελικά να αντιμετωπίζει ακόμη και κορυφαία έργα του παγκόσμιου πολιτισμού ως απολογούμενα κείμενα, τα οποία οφείλουν να συμμορφώνονται με τις ιδεολογικές επιταγές του παρόντος.
Αντί να επιχειρούμε να κατανοήσουμε το ομηρικό έπος μέσα στο ιστορικό, κοινωνικό και λογοτεχνικό του πλαίσιο, το αξιολογούμε με σύγχρονα κριτήρια εκπροσώπησης και woke ατζέντας, υποτιμώντας προκλητικά τόσο το εκτόπισμα, όσο και την οικουμενική του αξία.
Έτσι, το ενδιαφέρον, από το διαχρονικό νόημα του έργου, μετατοπίστηκε στις ευαισθησίες της πολιτικής ορθότητας και στο κατά πόσο ανταποκρίνεται στις σημερινές απαιτήσεις περί ισότιμης εκπροσώπησης.
Σε κάθε περίπτωση, οι οργισμένες αντιδράσεις εναντίον της Νιόγκο κατέδειξαν ότι διαμορφώνεται πλέον ένα ολοένα και ισχυρότερο ρεύμα αντίστασης απέναντι στις απόπειρες ιδεολογικής χειραγώγησης και στην άσκηση υποδόριας βίας στην έκφραση.
Από την άλλη υπήρξαν και αντιδράσεις εναντίον του Νόλαν, των οποίων η επιθετικότητα, η υπερβολή και η εμπάθεια κατέληξαν να δικαιώνουν τους υπερασπιστές του έργου. Διότι όταν η κριτική εκπίπτει σε απαξίωση, υπερβολές και ύβρεις, μετατρέπεται σε επιβεβαίωση ακριβώς εκείνης της μισαλλοδοξίας που ισχυρίζεται ότι καταγγέλλει.







