Στις εκλογές του μεγάλου σεισμού, τον Μάιο του 2012, σχεδόν μισό εκατομμύριο συμπολίτες είχαν δώσει την ψήφο τους στη Χρυσή Αυγή. Ενα κόμμα του ακραίου και βίαιου περιθωρίου, που στην τελευταία εκλογική του καταγραφή, το 2009, είχε κερδίσει λιγότερες από 20.000 ψήφους (όσες και η Ενωση Κεντρώων του αείμνηστου Βασίλη Λεβέντη), αποκτούσε σημαντική κοινοβουλευτική παρουσία. Χωρίς να έχει πάψει «να ακονίζει τις ξιφολόγχες στα πεζοδρόμια».

Η εκτόξευση της εκλογικής δύναμης των μελανοχιτώνων δεν προέκυψε από κανένα rebranding, από κάποια επίφαση μετριοπάθειας ή «μετακίνησης προς το Κέντρο». Η ναζιστική ιδεολογική ταυτότητα είχε μασκαρευτεί κάτω από μια ρηχή στρώση «εθνικοφροσύνης». Οι επιθέσεις με στόχο τις ζωές και τις περιουσίες μεταναστών συνοδεύονταν από την αντι-μνημονιακή γαρνιτούρα της μόδας. Αλλά η επιτυχία στις κάλπες ήρθε σε μια περίοδο όπου ο βίαιος χαρακτήρας της οργάνωσης γινόταν εμφανέστερος. Τα σποραδικά επεισόδια βίας είχαν πυκνώσει, για να πάρουν μετά το 2012 μορφή καθημερινής σχεδόν καταιγίδας.

Ο κύκλος των ψηφοφόρων έμεινε σχετικά σταθερός και στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, παρά τις δολοφονίες και τις διώξεις που είχαν μεσολαβήσει. Γνώρισε μια κάμψη το 2019 (165.000 ψήφοι), αλλά δεν είχε ποτέ τη μοίρα του Βασίλη Λεβέντη, που στις τελευταίες εκλογικές του απόπειρες μετρήθηκε στα ποσοστά από τα οποία είχε ξεκινήσει.

Οι ψηφοφόροι, όμως, ήταν μόνον ο ένας από τους ομόκεντρους κύκλους που σχηματίστηκαν γύρω από τη Χρυσή Αυγή. Υπήρχε κι ένας μικρότερος, ο κύκλος εκείνων που μετείχαν, λιγότερο ή περισσότερο συστηματικά, σε πράξεις βίας. Ο κύκλος αυτός αυξήθηκε εκθετικά μετά την εκλογική επιτυχία του 2012, όταν η μαυροφορεμένη βία είχε απλωθεί ως τις αυλές των σχολείων. Συρρικνώθηκε μέχρις εξαφανίσεως μετά τις συλλήψεις του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης. Και υπήρχε κι ένας τρίτος κύκλος, πολύ ευρύτερος του κύκλου των ψηφοφόρων. Ο κύκλος της ανοχής. Η ανοχή στη ρατσιστική βία των χρυσαυγιτών, όχι πάντα σιωπηρή κι όχι μόνον από φόβο, έφθασε σε μεγάλα ύψη (ιδίως στις τάξεις των δυνάμεων ασφαλείας, που ήταν επιφορτισμένες με την πάταξη της βίας και την προστασία των πολιτών). Εκτοξεύθηκε στο διάστημα από την εκλογική επιτυχία του 2012 ως τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Αρχισε να εξατμίζεται μετά την αφύπνιση της πολιτείας, που η δολοφονία προκάλεσε και τις φυλακίσεις των πρωτοπαλίκαρων.

Η επιρροή, λοιπόν, της ριζοσπαστικής, «αντι-συστημικής» και ρατσιστικής Ακροδεξιάς δεν φαίνεται να έχει μειωθεί στα χρόνια που πέρασαν από το 2012. Διοχετεύεται εκλογικά σε άλλους υποδοχείς, αλλά είναι πάντα εδώ. Το δυναμικό βίας, όμως, που απελευθέρωσε τότε η εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής, έχει σημαντικά περιοριστεί. Δεν έχουν αδειάσει οι δεξαμενές, η βία επανεμφανίζεται όταν δοθεί ευκαιρία (παράδειγμα ο προπηλακισμός του γενναίου Γιάννη Μπουτάρη με αφορμή τις κινητοποιήσεις εναντίον των Πρεσπών), ωστόσο η παρουσία της στη δημόσια ζωή είναι πια εντελώς περιθωριακή. Και η ανοχή έχει δραματικά απο-νομιμοποιηθεί. Πολλοί αναρωτήθηκαν αν η δολοφονία της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη θα μπορούσε, τηρουμένων των αναλογιών, να έχει ένα αντίστοιχο με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσμα. Να αφαιρέσει από την καθημερινή ζωή, στους πανεπιστημιακούς ιδίως χώρους, τη ρουτίνα της (μαυροφορεμένης, επίσης) βίας των προπηλακισμών, των εφόδων με στειλιάρια σε διαδηλώσεις και συναυλίες, των μολότοφ και των (δολοφονικών, όπως με δραματικό τρόπο αποδείχθηκε) εμπρηστικών μηχανισμών.

Οι διαφορές είναι προφανείς. Η Χρυσή Αυγή ήταν μια στρατιωτικού τύπου οργάνωση, με εσωτερική πειθαρχία και πολιτική έκφραση που είχε ρίζες στη σκοτεινή όψη της ελληνικής ιστορίας. Τα «γκαζάκια» τα φέρει ένα διάχυτος, ασυντόνιστος και χαλαρά αναπαραγόμενος «χώρος», χωρίς πολιτική αναφορά. Η ανοχή στη δράση της Χρυσής Αυγής ήταν συνδεδεμένη με την παράδοση της Ακροδεξιάς από τον ελληνικό μεσοπόλεμο και με την απότομη ριζοσπαστικοποίηση που είχε προκαλέσει η χρεοκοπία. Γύρω από τα «γκαζάκια», η όποια ανοχή είναι περισσότερο του τύπου «πού να μπλέκω» και λιγότερο προϊόν της αίσθησης κάποιων μυαλοφυγόδικων μιας κάποιας Αριστεράς ότι οι μαυροντυμένοι χουλιγκάνοι, που την πέφτουν μέχρι και στης ΕΑΑΚ τις εκδηλώσεις, είναι, κατά κάποιον τρόπο, «δικά μας παιδιά».

Το κρίσιμο, όμως, είναι άλλο. Αυτό που έκλεισε τον κύκλο της χρυσαυγίτικης βίας ήταν πως ο πολιτικός κόσμος δεν έκανε την αντιμετώπισή της θέμα αντιδικίας, η κυβέρνηση αντέδρασε και οι ως πριν από λίγο απρόθυμες Αρχές έδρασαν αποτελεσματικά. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί τώρα. Αλλά όχι όσο στην κυβερνητική πλευρά επικρατεί η άποψη πως αυτή είναι μια ευκαιρία επίθεσης στον Τσίπρα και συσπείρωσης των οπαδών της. Οσο δηλαδή αδιαφορεί για το πρόβλημα το ίδιο, προτάσσει την εκλογική σκοπιμότητα και χρησιμοποιεί τη δολοφονία ως βήμα για κηρύγματα εναντίον κάποιου φανταστικού «κομμουνιστικού κινδύνου», όπως έκανε και ο Τραμπ στην επέτειο της αμερικανικής ανεξαρτησίας.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail