Σε κατάσταση αυξημένης επαγρύπνησης θέτει την Ευρωζώνη ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) μέσω της πρώτης ετήσιας έκθεσής του «Euro Area Stability Watch». Σύμφωνα με την ανάλυση, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η πιθανότητα απότομης απώλειας αξίας των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Η έκθεση σημειώνει ότι, αν και η ευρωζώνη έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων ετών, η ικανότητά της να αντέχει σε νέες αναταράξεις δέχεται αυξανόμενη πίεση. Όπως υπογραμμίζει ο επικεφαλής οικονομολόγος του ESM, Rolf Strauch, «η ανθεκτικότητα της ζώνης του ευρώ δεν είναι αυτοσυντηρούμενη» και εξαρτάται από την αξιοπιστία, την πειθαρχία και τις πολιτικές αποφάσεις του παρόντος.
Δύο παράγοντες αστάθειας
Οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις, περιλαμβανομένου του ενδεχομένου αναζωπύρωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή, καθώς και η απότομη αναπροσαρμογή της αξίας των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων, θεωρούνται οι δύο κύριοι εξωτερικοί κίνδυνοι. Αυτοί θα μπορούσαν να αλληλεπιδράσουν, ενισχύοντας την αβεβαιότητα, τις τιμές της ενέργειας και τις πιέσεις στις αγορές.
Το δυσμενές σενάριο
Με βάση την εαρινή πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026, η έκθεση του ESM παρουσιάζει ένα δυσμενές σενάριο. Ο συνδυασμός γεωπολιτικής έντασης και χρηματοοικονομικής αναταραχής στις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει τη ζώνη του ευρώ σε ύφεση, με πληθωρισμό κοντά στο 5% και αύξηση του δημόσιου χρέους στις περισσότερες χώρες.
Μακροπρόθεσμα, η παρατεταμένη χαμηλή ανάπτυξη θα επιδεινώσει τη δυναμική του χρέους. Το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2035, ενώ η απώλεια για το σύνολο της ευρωζώνης υπολογίζεται στο 2% του ΑΕΠ – ποσό αντίστοιχο με το ΑΕΠ της Φινλανδίας.
Πιέσεις και ευπάθειες
Η έκθεση θέτει το ερώτημα αν η ευρωζώνη μπορεί να παραμείνει ανθεκτική. Οι οικονομολόγοι τονίζουν ότι η ασθενής ανάπτυξη και η αυξανόμενη ανάγκη για δημόσια στήριξη δημιουργούν πιέσεις στη βιωσιμότητα του χρέους, καθιστώντας αναπόφευκτες δύσκολες πολιτικές αποφάσεις.
Παρά τη θετική εικόνα της υψηλής απασχόλησης και της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, η ευρωζώνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τρεις βασικές ευπάθειες: περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο λόγω αυξημένων αμυντικών δαπανών, δομική εξάρτηση από τον ενεργειακό εφοδιασμό και στενούς χρηματοοικονομικούς δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ευρώπη είναι πλέον πολύ πιο εκτεθειμένη στις αμερικανικές αγορές σε σχέση με μια δεκαετία πριν. Το 2025, η έκθεση του ΑΕΠ της ευρωζώνης στις ΗΠΑ έφτασε το 47%, έναντι μόλις 18% το 2013, γεγονός που αυξάνει την ευαισθησία της περιοχής σε εξωτερικά σοκ.
Η Ελλάδα πιο ανθεκτική
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι δημοσιονομικές πιέσεις κατανέμονται πλέον διαφορετικά μεταξύ των χωρών, με τις μικρές και ανοιχτές οικονομίες να είναι πιο εκτεθειμένες. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική σταθερότητα, η Ελλάδα εμφανίζεται πιο ανθεκτική.
Όπως επισημαίνουν οι συντάκτες της έκθεσης, «η αξιοπιστία δεν είναι το παν, αλλά χωρίς αυτήν, όλα δεν είναι τίποτα». Τα δημοσιονομικά πλαίσια μπορούν να προσφέρουν ευελιξία μόνο όσο οι αγορές εμπιστεύονται τις κυβερνήσεις ότι θα τα εφαρμόσουν υπεύθυνα.
Με βάση το δυσμενές σενάριο, το δημόσιο χρέος αυξάνεται έως το 2035 για όλες τις χώρες της ευρωζώνης, εκτός από την Κύπρο και την Ελλάδα. Παράλληλα, το μέγεθος του αντίκτυπου εξαρτάται περισσότερο από τη δομή της κάθε οικονομίας και λιγότερο από τα σημερινά επίπεδα χρέους, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο αποκλίσεων μεταξύ των κρατών-μελών.








