Αυξημένες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων κατέγραψαν οι σταθμοί μέτρησης στη Θεσσαλονίκη μετά τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε το βράδυ του Σαββάτου (5/7) στο Ωραιόκαστρο, με την επιβάρυνση να αποτυπώνεται κυρίως από τα μεσάνυχτα έως και τις 10 το πρωί της Κυριακής.
Μιλώντας στο tanea.gr, ο Βασίλης Διαμαντάκης, Αντιδήμαρχος Περιβάλλοντος, Αστικού Πρασίνου και Πανίδας, ανέφερε ότι «η ατμοσφαιρική ρύπανση της Θεσσαλονίκης λόγω της φωτιάς του Ωραιοκάστρου είχε επιβάρυνση στην πόλη κατά το διάστημα από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου μέχρι τις δέκα το πρωί της Κυριακής».
Διαβάστε επίσης: Ωραιόκαστρο: «Θάβουν» τη φωτιά για να περιοριστεί το τοξικό νέφος
Σύμφωνα με τις μετρήσεις που διαβιβάστηκαν από το Τμήμα Παρακολούθησης της Ποιότητας της Ατμόσφαιρας, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις καταγράφηκαν τις ώρες που το νέφος από την πυρκαγιά επηρέαζε την ευρύτερη περιοχή της πόλης.
PM10 έως 85 μg/m³ στην Εγνατία
Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις καταγράφηκαν στα αιωρούμενα σωματίδια PM10, τα οποία προέρχονται κυρίως από καύσεις και μπορούν να διεισδύσουν στο αναπνευστικό σύστημα.
Όπως δήλωσε ο κ. Διαμαντάκης στο tanea.gr, «τα μικροσωματίδια PM10 στον σταθμό της Εγνατίας κυμάνθηκαν από 60 έως 85 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, όταν τα φυσιολογικά, τις άλλες μέρες δηλαδή, είναι 25 έως 50».
Διαβάστε επίσης: Φωτιά στο Ωραιόκαστρο: Αστυνομικοί έσωσαν σκύλο από τα καμμένα (video)
Αντίστοιχα, στον σταθμό του Δημαρχείου, οι συγκεντρώσεις PM10 κυμάνθηκαν από 40 έως 50 μg/m³, όταν τις επόμενες ημέρες οι συνήθεις τιμές ήταν χαμηλότερες, από 15 έως 30 μg/m³.
«Είχαμε περίπου διπλασιασμό», σημείωσε χαρακτηριστικά ο Αντιδήμαρχος Περιβάλλοντος, περιγράφοντας την εικόνα που διαμορφώθηκε μετά τη φωτιά.
PM2.5: Αυξημένες τιμές στα πιο λεπτά σωματίδια
Αυξημένη ήταν η εικόνα και για τα PM2.5, τα εξαιρετικά λεπτά σωματίδια που θεωρούνται πιο επιβαρυντικά για τη δημόσια υγεία, καθώς μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στους πνεύμονες και να περάσουν ακόμη και στην κυκλοφορία του αίματος.
Σύμφωνα με τον κ. Διαμαντάκη, στον σταθμό της Εγνατίας οι τιμές PM2.5 κυμάνθηκαν από 20 έως 60 μg/m³, όταν οι φυσιολογικές τιμές είναι 10 έως 25 μg/m³. Στον σταθμό του Δημαρχείου, οι τιμές κυμάνθηκαν από 15 έως 30 μg/m³, όταν υπό κανονικές συνθήκες βρίσκονται περίπου στα 8 έως 20 μg/m³.
Διαβάστε επίσης: Σε Αττική και Πελοπόννησο το τοξικό νέφος από την πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο
Οι μετρήσεις δείχνουν ότι η επιβάρυνση ήταν αισθητή, ιδιαίτερα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, χωρίς ωστόσο, σύμφωνα με τον αρμόδιο αντιδήμαρχο, να προκύπτει προς το παρόν ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων.
Ο Βαρδάρης απομάκρυνε το νέφος
Καθοριστικό ρόλο στην υποχώρηση του φαινομένου φαίνεται πως έπαιξε η αλλαγή των μετεωρολογικών συνθηκών.
«Το φαινόμενο αυτό έληξε όταν γύρω στις 10 το πρωί βγήκε Βαρδάρης και παρέσυρε το νέφος προς τα νότια», ανέφερε ο Βασίλης Διαμαντάκης στο tanea.gr.
Ο ίδιος εξήγησε ότι υψηλές τιμές ρύπων μπορεί να καταγράφονται ορισμένες ημέρες μέσα στο έτος, ανάλογα με την άπνοια, τις μετεωρολογικές συνθήκες και την κυκλοφορία, ωστόσο υπογράμμισε πως τέτοια επεισόδια δεν είναι συχνά.
«Κάποιες μέρες τον χρόνο καταγράφονται υψηλά όρια, ανάλογα με την άπνοια, τις μετεωρολογικές συνθήκες και το κυκλοφοριακό, αλλά δεν είναι πολλές μέρες», σημείωσε.
Πότε λαμβάνονται μέτρα
Ο Αντιδήμαρχος Περιβάλλοντος ξεκαθάρισε ότι, για να ενεργοποιηθεί η διαδικασία λήψης μέτρων, απαιτείται παραβίαση του μέσου όρου του 24ώρου για συγκεκριμένο αριθμό ημερών μέσα στο έτος.
«Για να πάρουμε μέτρα, για να θεωρήσουμε ότι είμαστε στο κόκκινο, θα πρέπει ο μέσος όρος του 24ώρου να παραβιάζεται 18 ημέρες τον χρόνο. Τότε είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε μέτρα», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας: «Προς το παρόν αυτό δεν υπάρχει. Είμαστε ακόμα στα κανονικά όρια».
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο
Οι αυξημένες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων επηρεάζουν κυρίως άτομα με άσθμα ή χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, ασθενείς με καρδιαγγειακά προβλήματα, ηλικιωμένους, παιδιά και εγκύους.
Σε αντίστοιχα επεισόδια ατμοσφαιρικής επιβάρυνσης, οι ειδικοί συστήνουν στις ευπαθείς ομάδες να περιορίζουν την έντονη σωματική άσκηση σε εξωτερικούς χώρους και να αποφεύγουν την παρατεταμένη έκθεση σε περιοχές με αυξημένη ρύπανση.







