Βγάζουν για λίγο τις ποδιές τους, αφήνουν στην άκρη τα μαχαίρια και ανεβαίνουν για δύο βράδια στη σκηνή του χώρου Ε της Πειραιώς 260. Επαγγελματίες χασάπηδες που ανταποκρίθηκαν στο απρόσμενο κάλεσμα της ιταλίδας χορογράφου Γκλόρια Ντορλιγκούτσο. Και θα χορέψουν τον χορό τους: ένα χασάπικο όχι με τα βήματα που όλοι γνωρίζουμε, αλλά βασισμένο στον ρυθμό και την επανάληψη που έχουν εγγράψει στο σώμα τους τα χρόνια που δουλεύουν. Ολα ξεκίνησαν όταν στη χορογράφο – η οποία έχει συνεργαστεί με τον Ρομέο Καστελούτσι (και στην περιπατητική παράσταση «ΜΑ / Mystery 11» το 2023 στην Ελευσίνα) – ανατέθηκε να χορογραφήσει ένα έργο όπερας με τρία χασάπικα διαφορετικής ταχύτητας. Αναζήτησε, λοιπόν, την ετυμολογία του όρου και διερεύνησε τις ρίζες του στη Σικελία.
Τι σας γοήτευσε περισσότερο στο «χασάπικο» : η σημασία της λέξης καθαυτής ή η ιδέα ότι ο ρυθμός ενός επαγγέλματος θα μπορούσε να επιβιώσει μέσα σε έναν παραδοσιακό χορό;
Για να είμαι ειλικρινής, και τα δύο. Ηταν μια αποκάλυψη. Την πρώτη φορά που άκουσα τη λέξη «χασάπικο», η φαντασία μου ενεργοποιήθηκε αμέσως. Αρχισα να αναρωτιέμαι τι είδους χορός ήταν αυτός, πώς συνέδεε τους χασάπηδες, το κρέας και τον χορό, ποιες ήταν οι καταβολές του. Οι ιστορικές και λογοτεχνικές πηγές δεν είναι πολλές και σπάνια δίνουν μια σαφή εικόνα του τι μπορεί να ήταν αυτή η πρακτική στο παρελθόν. Η απουσία αυτή αποτέλεσε μια εξαιρετικά δημιουργική ευκαιρία. Μου επέτρεψε να ξαναγράψω αυτόν τον χορό μέσα από τη δική μου οπτική, συνυφαίνοντάς τον με θέματα που εδώ και καιρό διαμορφώνουν την έρευνά μου: τον ρυθμό, την τελετουργία, την επανάληψη και τη συγκρότηση μιας προσωρινής κοινότητας. Υπό αυτή την έννοια, το «Butchers» δεν επιχειρεί να ανασυνθέσει ιστορικά τον «χασάπικο», αλλά να συνομιλήσει με τη μνήμη, τα ίχνη του, τα αποτυπώματά του και το φαντασιακό που εξακολουθεί να ενεργοποιεί στο σήμερα.
Πόσο δύσκολο ήταν να πείσετε τους χασάπηδες ότι η καθημερινή τους δουλειά θα μπορούσε να γίνει υλικό για χορογραφία;
Δεν ήταν δύσκολο. Η πρόκληση δεν ήταν να τους πείσω ότι η δουλειά τους θα μπορούσε να γίνει χορογραφικό υλικό, αλλά να βρούμε μαζί έναν διαφορετικό τρόπο να την κοιτάξουμε. Το επάγγελμά τους είναι βασισμένο σε ακριβείς πρακτικές, αληθινά εργαλεία, και μορφές γνώσης βαθιά ριζωμένες στο σώμα. Το πρώτο βήμα ήταν λοιπόν να τους βοηθήσω να καταλάβουν ότι δεν θα υπάρχουν εργαλεία επί σκηνής. Αυτό που θα ενεργοποιηθεί είναι η μνήμη της χειρονομίας, όχι η εκτέλεσή της. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και εμπιστοσύνη. Μόλις καταλάβουν ότι δεν τους ζητώ να υποδυθούν έναν χασάπη διότι είναι ήδη χασάπηδες, κάτι αλλάζει. Πολλοί εκπλήσσονται όταν ανακαλύπτουν ότι οι χειρονομίες που εκτελούν κάθε μέρα περιέχουν ήδη ρυθμό, ακρίβεια, ακρόαση, επανάληψη, και μια συγκεκριμένη μορφή τελετουργικότητας. Ο ρόλος μου είναι να φέρω αυτά τα στοιχεία στην επιφάνεια.
Τι φέρνουν οι χασάπηδες στη δημιουργική διαδικασία που, κατά τη γνώμη σας, δεν θα μπορούσε να φέρει ένας επαγγελματίας χορευτής;
Την πραγματικότητα της χειρονομίας. Τη γνώση που είναι αποτυπωμένη στο σώμα μέσα από χρόνια καθημερινής πρακτικής. Ενας χορευτής, όσο εξαιρετικός και να ήταν, αναπόφευκτα θα έπρεπε να προσεγγίσει αυτόν τον κόσμο μέσω της μίμησης. Οι χασάπηδες, αντίθετα, δεν μιμούνται τίποτα. Κάνουν, αντί να αναπαριστούν. Για τον λόγο αυτό, η δουλειά μου συνίσταται στο να δημιουργήσω τις συνθήκες εκείνες, ώστε οι χειρονομίες τους να αναδυθούν πέρα από την αρχική τους λειτουργία. Μόλις μια επαγγελματική κίνηση αποσπαστεί από την αναγκαιότητά της, αποκαλύπτει μια εκπληκτική πολυπλοκότητα.
Γιατί αφαιρέσατε κάθε ρεαλιστικό στοιχείο που παραπέμπει στη δουλειά ενός χασάπη: μαχαίρια, αίμα, σφάγια;
Δεν πρόκειται για μια προσπάθεια λογοκρισίας ή εξωραϊσμού της πραγματικότητας του επαγγέλματος. Αντίθετα, ήταν ένας τρόπος να πλησιάσω περισσότερο την ουσία του. Δεν με ενδιέφερε η ρεαλιστική καταγραφή της εργασίας τους, αλλά να καταλάβω τι συμβαίνει όταν μια χειρονομία αποσπάται από τη χρησιμότητά της και παρατηρείται αυτή καθαυτή. Εκείνη τη στιγμή, αναδύεται κάτι συναρπαστικό: η κοπή δεν επιτελεί πια την αρχική της λειτουργία, κι όμως εξακολουθεί να υφίσταται. Εκείνο που απομένει είναι ο ρυθμός, το βάρος, η τροχιά, η πρόθεση και η μνήμη μιας πράξης βαθιά χαραγμένης στο σώμα. Είναι σαν η κίνηση να αποδεσμεύεται από την πρακτική της χρησιμότητα και να αποκαλύπτει την αρχετυπική και τελετουργική της φύση.
Σήμερα, πολλοί συνδέουν τη σφαγή ζώων με την ηθική κατανάλωσης κρέατος. Προβληματιστήκατε μήπως το κοινό ερμηνεύσει την παράσταση μέσα από τη συγκεκριμένη οπτική;
Οχι, καθόλου. Πιστεύω ότι κάθε θεατής έχει το δικαίωμα να βιώσει την παράσταση μέσα από τη δική του πολιτισμική, πολιτική, και συναισθηματική οπτική. Δεν θεωρώ ότι είναι ρόλος του καλλιτέχνη να ελέγξει ή να κατευθύνει την ερμηνεία προς ένα μοναδικό συμπέρασμα. Αν κάποιοι θεατές επιλέξουν να διαβάσουν το έργο πολιτικά, το θεωρώ απολύτως θεμιτό. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι μια τέτοια ανάγνωση να μην εξαντλήσει τις δυνατότητες του έργου. Εν τέλει, το «Butchers» δεν είναι για το κρέας. Είναι για τη μνήμη που η εργασία αφήνει στις χειρονομίες, και για την ικανότητα του θεάτρου να κάνει αυτή τη μνήμη ορατή.
Αν το κοινό έφευγε από την παράσταση με μία μόνο σκέψη, ποια θα θέλατε να είναι: ο χορός, η εργασία, ή η σχέση ανθρώπων – ζώων;
Ειλικρινά, ελπίζω το κοινό να φύγει με πολλές σκέψεις. Δεν με ενδιαφέρει να δημιουργώ παραστάσεις που μεταφέρουν ένα μοναδικό μήνυμα ή επιβάλλουν μια προκαθορισμένη ερμηνεία. Η δουλειά μου δεν είναι παιδαγωγική, ούτε επιδιώκει να κατευθύνει τον θεατή. Προτιμώ να σκέφτομαι την παράσταση ως έναν χώρο δυνατοτήτων, όπου εικόνες και ερωτήματα προσφέρονται για να τα διαχειριστεί ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
info: «The Butchers» στις 12 (στις 22.00) και 13 Ιουλίου (στις 21.30) στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ και Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών








