Είναι προφανές ότι έχουμε μπει σε προεκλογική τροχιά, το πόσο μακρά θα είναι δεν το ξέρει κανείς, πιθανώς ούτε καν ο Πρωθυπουργός. Εξάλλου αντιμετωπίζει και ο ίδιος την αντίφαση να έχει τη δυνατότητα να προκηρύξει εκλογές σε αυτό που θα θεωρήσει το πλέον ευνοϊκό – δημοσκοπικά – χρονικό σημείο, αλλά με την πιθανότητα, αν αυτό είναι πριν από το δεύτερο τρίμηνο του 2027, να αναιρεί τη ρητορική της «μιας κάλπης» που προσπαθεί να επιβάλει στον δημόσιο λόγο.

Αν όμως η ισορροπία αυτή σε τακτικό επίπεδο φαντάζει δύσκολη, τότε η στρατηγική για το πού θέλουν τα κόμματα να οδηγηθεί η χώρα μοιάζει με άλυτο γρίφο. Από τη μία, η Νέα Δημοκρατία έχει την κόπωση της επταετούς διακυβέρνησης και μια εντεινόμενη φθορά που δεν εντοπίζεται μόνο δημοσκοπικά, αλλά και στην αδυναμία της να επιβάλει στη δημόσια σφαίρα την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, όπως σε πολύ μεγάλο βαθμό συνέβαινε τουλάχιστον επί πεντέμισι χρόνια. Εχει την εκλογική πρωτοπορία, αλλά έχει χάσει την πολιτική κυριαρχία που είχε. Και στην αντιπολίτευση τα πράγματα δεν είναι καλύτερα βέβαια, από το ΠΑΣΟΚ, του οποίου η στρατηγική της πρωτιάς με μία ψήφο κινδυνεύει να καταλήξει ανέκδοτο που θα αναιρεί τη σοβαρή προσπάθεια σε επιμέρους προγραμματικές θέσεις, έως την ΕΛΑΣ, που έχει αναμενόμενες «παιδικές ασθένειες» και αρκετές αντιφάσεις να επιλύσει. Κυριότερη ίσως είναι η ύπαρξη νέων προσώπων, τα οποία όμως είναι υποχρεωμένα να υπερασπίζονται όχι μόνο θέσεις, αλλά και μια κυβερνητική θητεία του κ. Τσίπρα, στην οποία μόνο κάποιοι εξ αυτών συμμετείχαν και σε μάλλον περιφερειακούς ρόλους. Ισως η λύση να ήταν ο εμπλουτισμός με πρόσωπα προερχόμενα πέρα από τα όρια της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, μια συμβολική πλήρης υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών του 2015, που θα έκανε πειστικότερο το αφήγημα που προσπαθεί να προωθήσει ο κ. Τσίπρας.

Ετσι, το πολιτικό σύστημα δεν καταφέρνει όχι απλώς να εμπνεύσει, αλλά ούτε καν να απαντήσει με πειστικότητα στις αγωνίες των πολιτών. Είτε κυβερνά είτε παρουσιάζεται ως νέο, μοιάζει κουρασμένο. Μοιάζει να μην μπορεί να συνδυάσει ένα όραμα που θα κινητοποιήσει τους πολίτες, αλλά θα εμπεριέχει και έναν ρεαλιστικό οδικό χάρτη υλοποίησης. Κυρίως, μοιάζει να μην είναι έτοιμο να συγκρουστεί με αυτό που – βολικά – ονομάζει χρόνιες παθογένειες, όχι γιατί δεν υπάρχει η δυνατότητα, αλλά γιατί η δόμηση και η αναπαραγωγή στον χρόνο του ίδιου του πολιτικού συστήματος αξιοποιεί τα στοιχεία αυτά. Αναζητούνται λοιπόν επειγόντως «ενέσεις» προσώπων, αλλά, πολύ περισσότερο, ιδεών που θα απευθύνονται πέρα από τα κλασικά εκλογικά ακροατήρια. Στους νέους που δουλεύουν με επισφαλή εργασία, στα παιδιά της περιφέρειας που βλέπουν αδιέξοδα και όχι ευκαιρίες, στους εικοσάρηδες που θέλουν να μείνουν μόνοι τους αλλά το ενοίκιο είναι δυσβάσταχτο, στις γυναίκες που εξακολουθούν να υφίστανται διακρίσεις, σε νέους αγρότες που θέλουν να αυτοματοποιήσουν την παραγωγή τους, σε μια νέα μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα που δεν έχει μεταπρατικό, αλλά παραγωγικό χαρακτήρα. Ωρα λοιπόν τα κόμματα να μιλήσουν και σε αυτούς, εξάλλου η Ελλάδα δεν είναι μόνο συνταξιούχοι, μισθωτοί του Δημοσίου και έμποροι.

Ο Πάνος Μανωλάκος είναι κοινωνιολόγος, αντιπρόεδρος του think tank «The Catalyst»

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000