Η τραγωδία στη Ρόδο που σημειώθηκε στις 17 Μαΐου 2026 και στοίχισε τη ζωή σε μητέρα και κόρη, επιστρέφει στην επικαιρότητα με ένα νέο δικαστικό σκέλος.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο 44χρονος οδηγός του πολυτελούς αυτοκινήτου, ο οποίος κατηγορείται για απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου, καθώς και για απόπειρα παραβίασης φύλαξης της αρχής.

Ο κατηγορούμενος, που ήδη κρατείται προσωρινά στις φυλακές Κορυδαλλού για παραβίαση περιοριστικών όρων, θα καθίσει στο εδώλιο στις 3 Ιουλίου 2026. Οι νέες κατηγορίες αφορούν ενέργειες που φέρονται να έγιναν στις 20 Μαΐου, μόλις τρεις ημέρες μετά το δυστύχημα και λίγο αφότου είχε αφεθεί ελεύθερος.

Σύμφωνα με τη «Δημοκρατική», η δικογραφία σχηματίστηκε εκ των υστέρων, με ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό και έχει ήδη λάβει προτεραιότητα στην εκδίκαση.

Οι κατηγορίες και το επίμαχο περιστατικό

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 44χρονος αφορούν απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου, καθώς και απόπειρα παραβίασης φύλαξης της αρχής, αμφότερες δι’ έμμεσης αυτουργίας και κατ’ εξακολούθηση.

Το περιστατικό τοποθετείται στις 20 Μαΐου 2026, λίγη ώρα μετά την αποφυλάκισή του με περιοριστικούς όρους. Ο κατηγορούμενος φέρεται να επιχείρησε να καθοδηγήσει υπάλληλο εταιρείας οδικής βοήθειας ώστε να αφαιρέσει τον «εγκέφαλο» του οχήματος, δηλαδή τον ηλεκτρονικό καταγραφέα συμβάντων (event data recorder), ο οποίος αποτελεί κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο για τη διερεύνηση του τροχαίου.

Κατά την κατηγορία, ο 44χρονος πραγματοποίησε τηλεφωνικές κλήσεις και έστειλε μηνύματα με οδηγίες, ζητώντας την απομάκρυνση του καταγραφέα. Η σημασία του συγκεκριμένου εξαρτήματος είναι ιδιαίτερη, καθώς καταγράφει δεδομένα όπως η ταχύτητα του αυτοκινήτου πριν από τη σύγκρουση, σε μια υπόθεση όπου ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν παραβίασε ερυθρό σηματοδότη ούτε ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα.

Ο υπάλληλος, όπως αναφέρεται, αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ενώ ο κατηγορούμενος φέρεται να επέμεινε, επικαλούμενος την ανάγκη να παραλάβει προσωπικά αντικείμενα. Αργότερα, σύμφωνα με τη δικογραφία, επιχειρήθηκε προσέγγιση και δεύτερου εργαζομένου μέσω τρίτου προσώπου, με πρόσχημα τη φωτογράφιση του οχήματος. Η απόπειρα δεν ολοκληρώθηκε, καθώς ενημερώθηκαν οι αρμόδιες αρχές. Στο κατηγορητήριο γίνεται αναφορά στο άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα.

Η υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου

Ο 44χρονος αρνείται όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειές του είχαν στόχο τη διασφάλιση και όχι την καταστροφή του καταγραφέα. Όπως αναφέρει, έλαβε ειδοποιήσεις στο κινητό του για πιθανή βλάβη και κίνδυνο ανάφλεξης του αυτοκινήτου, γεγονός που τον ανησύχησε.

Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι ζήτησε απλώς τη μετακίνηση του καταγραφέα σε ασφαλέστερο σημείο εντός του ίδιου χώρου φύλαξης. Επιπλέον, τονίζει ότι τη στιγμή εκείνη δεν είχε ενημερωθεί για οποιαδήποτε κατάσχεση ή απαγόρευση προσέγγισης, καθώς η σχετική εντολή εκδόθηκε στις 26 Μαΐου 2026.

Κατά τους συνηγόρους του, δεν υφίσταται νομικά διαμορφωμένη φύλαξη από την αρχή ούτε πρόθεση απόκρυψης ή παρακώλυσης της έρευνας.

Η παρέμβαση των συνηγόρων της οικογένειας των θυμάτων

Καθοριστική θεωρείται η αίτηση που κατέθεσαν στις 22 Μαΐου 2026 οι συνήγοροι της οικογένειας των θυμάτων. Συγκεκριμένα, ζήτησαν την άμεση εξέταση των δύο οδηγών που φέρονται να δέχθηκαν τα αιτήματα του κατηγορουμένου, επικαλούμενοι κίνδυνο αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων και κάνοντας ειδική αναφορά στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος.

Οι ίδιοι επισήμαναν ότι η φερόμενη συμπεριφορά συνιστά παραβίαση του έκτου περιοριστικού όρου, που απαγορεύει κάθε ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα. Μετά τις καταθέσεις των μαρτύρων, ακολούθησε εισαγγελική παραγγελία και σχηματισμός της νέας δικογραφίας.

Η προσωρινή κράτηση και το ιστορικό του δυστυχήματος

Ο κατηγορούμενος κρατείται ήδη στις φυλακές Κορυδαλλού για παραβίαση περιοριστικών όρων της κύριας υπόθεσης. Οι όροι αυτοί περιλαμβάνουν και την απαγόρευση ενασχόλησης με μηχανοκίνητα μέσα, ενώ η νέα δίκη θα διεξαχθεί με τον ίδιο σε καθεστώς προσωρινής κράτησης.

Υπενθυμίζεται ότι τον Μάιο του 2026, οδηγώντας το πολυτελές αυτοκίνητό του σε επαρχιακή οδό προς τη Λίνδο, συγκρούστηκε με άλλο όχημα, στο οποίο επέβαιναν μητέρα και κόρη που έχασαν τη ζωή τους. Για το δυστύχημα έχει σχηματιστεί δικογραφία για επικίνδυνη οδήγηση με αποτέλεσμα θάνατο και για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, η οποία βρίσκεται σε στάδιο κύριας ανάκρισης.

Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι παραβίασε φανάρι ή ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα, υποστηρίζοντας ότι το ατύχημα προκλήθηκε από αιφνίδια κίνηση του άλλου οχήματος. Το αυτοκίνητο παραμένει σε χώρο φύλαξης εν αναμονή πραγματογνωμοσύνης, με κεντρικό ζήτημα τον ηλεκτρονικό καταγραφέα που περιέχει τα κρίσιμα δεδομένα της οδήγησης.

Η δίκη της 3ης Ιουλίου 2026 θα κρίνει αν η προσέγγιση του οχήματος αποτελούσε απόπειρα αλλοίωσης αποδεικτικού στοιχείου ή, όπως υποστηρίζει η υπεράσπιση, ενέργεια πρόληψης κινδύνου ανάφλεξης.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000