Βλέποντας χθες το βράδυ τα ευρήματα της δημοσκόπησης της Marc, που μεταδόθηκε από τον ΑΝΤ1, τελευταίας πριν από την ανάπαυση του καλοκαιριού, διαπιστώνει κανείς ένα μόνο πράγμα. Ότι η πολιτική κατάσταση θυμίζει πολύ το 2023. Ένα κόμμα, η ΝΔ, συνεχίζει να δεσπόζει στο πολιτικό τοπίο απέναντι σε μια πολυδιασπασμένη, κατά βάσιν αντισυστημική αντιπολίτευση. Ο δεύτερος, ο Αλέξης Τσίπρας, δεν είναι, όπως παρουσιάζεται, το καινούργιο κοσκινάκι. Είναι ο πρώην αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ που μεθόδευσε την έξοδό του και την επιστροφή του, προσπαθώντας να δείξει ότι φτιάχνει κάτι καινούργιο – στην ουσία, όμως, είτε απλώς μετέφερε ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που εξακολουθούν να θεωρούν ότι ο Τσίπρας είναι το ιερό δισκοπότηρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς είτε μετακινεί προς αυτόν διάφορα πρόσωπα απελπισμένα από την έως τώρα ένταξή τους (ή τη μη ένταξή τους) που ελπίζουν σε καλύτερη τύχη.
Αυτό που μου κάνει εντύπωση με τον Τσίπρα και το κόμμα του, πάντως, είναι ότι το ποσοστό του παραμένει καθηλωμένο κάτω από τα επίπεδα του 2023. Η ως τώρα πολιτεία του, μάλιστα, δεν φαίνεται να του ανοίγει τα πανιά. Τα όποια νέα πρόσωπα τον εκπροσωπούν θυμίζουν πολύ τα παλιά. Ευφραδείς και φωτογενείς νέες και νέοι, έχουν αρχίσει τους ερασιτεχνισμούς με τις φορολογίες και τους φόρους, εύκολα θύματα των δημοσιογράφων που ζητούν κοστολόγηση – και δίνουν στη συνέχεια τη δυνατότητα στους σατιρικούς της τηλεόρασης και του Διαδικτύου να ανανεώσουν το ρεπερτόριό τους. Αλλ’ ούτε ο ίδιος ο Τσίπρας μοιάζει να έχει ιδιαίτερη όρεξη. Το τελευταίο του μεγάλο κατόρθωμα είναι ότι παραδέχτηκε πως, επί Μητσοτάκη, «υπάρχει δημοσιονομικός χώρος», κάτι που έχει κάνει την εκπρόσωπό του, τη Θεώνη Κουφονικολάκου, να προσπαθεί να ανασκευάσει τα λόγια του, ορθώνοντας εκ νέου το αντιμητσοτακικό μέτωπο.
Εις μάτην. Πολιτική με ακροβασίες, όταν ο δημοσιονομικός χώρος δεν οδηγεί σε αγανακτισμένους και σε οιονεί εμφυλίους, δεν μπορεί να γίνει. Ο Τσίπρας, που έχει πια πείρα, το κατάλαβε πρώτος, γι’ αυτό άλλωστε και άδειασε τους εκπροσώπους του – ελπίζω τουλάχιστον να μην αποσύρει ακόμα τον τέως εμφυλιοπολεμικό καθηγητή που μιλάει σαν δεσπότης, γιατί πώς θα περάσει το καλοκαίρι; (εννοώ το δικό μας καλοκαίρι.)
Το ΠΑΣΟΚ, βέβαια, πολλά στελέχη του οποίου εξακολουθούν να δηλώνουν ότι είναι εφικτός ο στόχος να κερδηθούν οι εκλογές έστω με μια ψήφο διαφορά, συνεχίζει να είναι πιο κάτω – πιστεύω ότι θα καταφέρει να σταθεροποιηθεί δημοσκοπικά πάνω από το ναΐφ κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού. Πλην της ηγεσίας του, δεν ευθύνεται κανείς που, παραδομένο σε μια διαλυτική συριζαϊκού τύπου αντιπολίτευση, φρόντισε να εξοβελίσει ακόμα και μια τάση κεντρώων, είτε διώχνοντάς τους είτε πιέζοντάς τους να αποδεχτούν και εν μέρει να αναπαραγάγουν τη μονοδιάστατη ρητορική της ηγεσίας του κόμματος. Αναφερόμενος στο ΠΑΣΟΚ, ακόμα μου κάνει εντύπωση ότι από το κόμμα αυτό συνεχίζει να απουσιάζει ο ρεαλισμός. Ότι στην ουσία διόρθωση της γραμμής, ώστε το ΠΑΣΟΚ να μη μοιάζει με κακή αντιγραφή των κομμάτων του Τσίπρα, δεν έχει γίνει. Και βέβαια, γι’ αυτό δεν φταίει ένας από τους μεγάλους υπονομευτές του κόμματος το προηγούμενο διάστημα, ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας.
Συμπέρασμα; Ο Μητσοτάκης διευκολύνεται, όπως και το 2023, να αυξήσει τη συσπείρωση της ΝΔ επαναφέροντας το ένα και μοναδικό δίλημμα: σταθερότητα ή μπάχαλο.
Ακόμα μια φορά, δηλαδή, μόνος του και όλοι τους.
Σεβγκιούλ Ολουντάγκ, Κυπραία, Ευρωπαία
O θάνατος της Σεβγκιούλ Ολουντάγκ, τουρκοκύπριας δημοσιογράφου που όλη της τη ζωή την αφιέρωσε στην ενότητα της Κύπρου και στον ευρωπαϊκό της δρόμο. Μια προσωπικότητα που προσπάθησε να γεφυρώσει τις δύο κοινότητες, γράφοντας για μια Κύπρο, ενιαία, ευρωπαϊκή, που να ανήκει στους πολίτες της.
Αλλά αυτό που έκανε τη Σεβγκιούλ Ολουντάγκ ένα πρόσωπο αναφοράς ήταν η στάση της απέναντι στη στερεότυπη έχθρα των δύο κοινοτήτων – δηλαδή απέναντι στο τραύμα από τις εχθροπραξίες της δεκαετίας του 1960 και, ιδίως, της εισβολής και της κατοχής του Αττίλα, το 1974. Εργάστηκε μέσα από άπειρες αντιξοότητες και, ιδίως, μέσα από την αμοιβαία καχυποψία, για να επουλωθούν τα τραύματα. Την προσφορά της την περιγράφει με ακρίβεια η Ρένα Χόπλαρου: «Δημιούργησε μια ανοιχτή τηλεφωνική γραμμή ώστε άνθρωποι και από τις δύο κοινότητες να μπορούν να την καλούν ανώνυμα και να μοιράζονται πληροφορίες για αγνοουμένους και χώρους ταφής. Με άκουσε. Εκανε έρευνα. Εγραψε. Πέρασε πληροφορίες στην Επιτροπή Αγνοουμένων. Εξαιτίας της δουλειάς της εντοπίστηκαν δεκάδες χώροι ταφής και πολλές οικογένειες, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, κατάφεραν επιτέλους να θάψουν με αξιοπρέπεια τους αγαπημένους τους μετά από δεκαετίες αναμονής».
Ηταν μια σπουδαία γυναίκα. Τουρκοκύπρια, Αλλά κυρίως Κυπραία και Ευρωπαία. Πολίτης που ήξερε ότι στην Κύπρο δεν ταιριάζει το μίσος. Μακάρι ο αγώνας της να ευοδωθεί.







