Όταν ο Φράνσις Φουκουγιάμα διακήρυξε το 1992 πως η Ιστορία είχε φτάσει στο τέλος της, η Δυτική Ευρώπη ανέπνευσε με ανακούφιση. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε φθάσει στην ειρηνική του ολοκλήρωση, τα σύνορα απογυμνώνονταν από συρματοπλέγματα και οι εθνικοί προϋπολογισμοί που είχαν δεσμευτεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους για αμυντικούς εξοπλισμούς ήταν ξαφνικά εκ νέου διαθέσιμοι για κοινωνικές πολιτικές – το προσφιλέστερο χόμπι των ευρωπαίων πολιτικών. Η ευρωπαϊκή ασφάλεια ήταν πλέον περίπου δωρεάν ή τουλάχιστον κάποιος άλλος θα την πλήρωνε για λογαριασμό μας.
Αυτός ο κάποιος άλλος ήταν, φυσικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ. Πάνω σε αυτή τη σιωπηρή συμφωνία χτίστηκε η Ευρώπη που γνωρίσαμε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες: γενναιόδωρα κράτη πρόνοιας από τη Βρετανία ως τη Βαλτική, συντάξεις που αυξάνονταν διαρκώς ενώ τα όρια ηλικίας υποχωρούσαν, εθνικά συστήματα υγείας που πρόσφεραν ολοένα περισσότερες παροχές σε ολοένα περισσότερους πολίτες. Κάπως έτσι η ήπειρός μας βρέθηκε σε παρατεταμένες διακοπές από την Ιστορία.
Το ξύπνημα ωστόσο ήρθε αργά και άβολα και η grande rentrée στην καταδυνάστευση της Ιστορίας έχει αρχίσει για τα καλά. Χθες, ο απερχόμενος βρετανός πρωθυπουργός ανακοίνωσε το πολυαναμενόμενο Σχέδιο Αμυντικών Επενδύσεων: επιπλέον 15 δισεκατομμύρια για τον αμυντικό προϋπολογισμό (298 δισεκατομμύρια σε βάθος πενταετίας), ελικόπτερα Apache και ένας στόλος drones τελευταίας τεχνολογίας. Το Σχέδιο προβλέπει πως το Ηνωμένο Βασίλειο θα δαπανά 4,2% του ΑΕΠ για την άμυνα το 2035. Προς το παρόν πάντως επενδύει μόλις 2,69%, ενώ η Γερμανία το 3,70% και η Πολωνία το 4,48%. Οι επικριτές του Σχεδίου αναφέρουν πως υπολείπεται τουλάχιστον 10 δισεκατομμυρίων στερλινών.
Το Λονδίνο εξακολουθεί να φαντάζεται τον εαυτό του πρωταγωνιστή στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, ικανό να ηγείται συνασπισμών για την προστασία της Ουκρανίας και να στέλνει το Βασιλικό Ναυτικό και τη Βασιλική Αεροπορία από τον Περσικό Κόλπο ως την Αρκτική, σαν το ημερολόγιο να δείχνει ακόμη 1880. Στην πραγματικότητα, οι δυνατότητές του έχουν αποδυναμωθεί επικίνδυνα. Όταν, για παράδειγμα, ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν, η χώρα δεν διέθετε ούτε ένα πολεμικό πλοίο στον Κόλπο ή την Ανατολική Μεσόγειο. Χρειάστηκε εβδομάδες για να στείλει τελικά μόλις ένα. Και όμως, το ίδιο αυτό Ναυτικό, πριν από εβδομήντα χρόνια, μπορούσε να βρεθεί μέσα σε λίγες ώρες σε κάθε άκρη της υδρογείου. Sic transit gloria mundi.
Θα ήταν παρήγορο να πιστέψει κανείς ότι πρόκειται για άλλη μία βρετανική ιδιοτυπία. Δυστυχώς, το ίδιο ισχύει σε ολόκληρη τη Γηραιά Ηπειρο. Το 2022 το γερμανικό Γενικό Επιτελείο «ανακάλυψε» πως ο στρατός θα αντιστεκόταν μόλις για λίγες ημέρες σε μια πιθανή ρωσική εισβολή, ενώ το Παρίσι διατηρεί τη ρητορική του grandeur α λα Ντε Γκωλ, χωρίς όμως να την υποστηρίζει με αντίστοιχες επενδύσεις.
Η δύσκολη συζήτηση που η Βρετανία και η Ευρώπη απέφυγαν με επιμέλεια επί δεκαετίες δεν μπορεί παρά να ανοίξει επιτέλους. Τα χρήματα για τους εξοπλισμούς δεν πέφτουν από τον ουρανό. Βγαίνουν από τον ίδιο κουμπαρά που χρηματοδοτεί τις συντάξεις, τα επιδόματα, τα νοσοκομεία και τα σχολεία. Κάθε επιπλέον μονάδα του ΑΕΠ για την άμυνα πρέπει να αφαιρεθεί από κάπου ή να αναζητηθεί σε φόρους που κανείς δεν τολμά να εξαγγείλει. Το παλιό δίλημμα «κανόνια ή βούτυρο» επιστρέφει, μόνο που τώρα το βούτυρο είναι το κράτος πρόνοιας που οι Ευρωπαίοι εκλαμβάνουν ως δικαίωμα εκ γενετής.
Δεν μπορούμε παρά να επανεξετάσουμε τις πολιτικές μας παραδοχές. Αργά ή γρήγορα, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες θα χρειαστεί να ανοίξουν μια ειλικρινή συζήτηση με τους λαούς τους για το τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε. Διότι η Ευρώπη, που κάποτε νόμισε πως είχε αποχαιρετήσει την Ιστορία (και τις ενοχλητικές οικονομικές της απαιτήσεις), ανακαλύπτει σήμερα ότι εκείνη απλώς περίμενε υπομονετικά την πληρωμή του λογαριασμού που έμεινε στο τραπέζι.







