Οταν πενήντα χρόνια πριν ο Πέρι Αντερσον, διευθυντής του πιο επιδραστικού τότε αγγλόφωνου µαρξιστικού περιοδικού, του «New Left Review», έγραφε ένα βιβλίο για τον «δυτικό µαρξισµό» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ράππα) ξαναπιάνοντας έναν όρο που είχε πρωτοεµφανιστεί προπολεµικά πριν τον επαναφέρει µεταπολεµικά ο Μερλό – Ποντί για να περιγράψει τη αντιδιαστολή ανάµεσα στον σοβιετικό µαρξισµό και αυτόν που αναπτύχθηκε κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως ήθελε να υπογραµµίσει τα όρια ενός µαρξισµού που αναπτύσσεται εντός της διάρρηξης της διαλεκτικής ανάµεσα σε θεωρία και πράξη και στρέφεται σε ζητήµατα επιστηµολογίας και κουλτούρας παρά πολιτικής οικονοµίας και στρατηγικής όπως έκανε ο «κλασικός µαρξισµός».

Κείµενο πολυσυζητηµένο, απότοκο της προσπάθειας του Αντερσον να στοχαστεί τον µαρξισµό σε συνάφεια µε ένα επαναστατικό κίνηµα και έµµεση αυτοκριτική για την αρχική πεποίθησή του ότι η εισαγωγή αυτού του «δυτικού» µαρξισµού στην αγγλόφωνο κόσµο θα διευκόλυνε την ανασύνθεση µιας επαναστατικής Αριστεράς, δεν έπαυε ωστόσο να αντιµετωπίζει µε σεβασµό αυτή την παράδοση.

Πολύ πιο επικριτικός θα είναι, αρκετά χρόνια αργότερα, ο Ντομένικο Λοζούρντο, όταν στο δικό του βιβλίο για τον «δυτικό μαρξισμό» θα υποστηρίξει ότι το θεμελιώδες πρόβλημά του ήταν ότι επένδυσε σε έναν ουτοπικό αντικρατισμό – κάτι για το οποίο ούτε ο Μαρξ ήταν αναμάρτητος – και υποτίμησε τη σημασία της οικοδόμησης της ΕΣΣΔ – της σταλινικής περιόδου συμπεριλαμβανομένης – και των μεγάλων αποαποικιακών επαναστάσεων με αποκορύφωμα την πορεία της Κίνας από το 1949 και μετά. Ο Λοζούρντο αντιπρότεινε μια ιδιαίτερα εγελιανή έμφαση στο ότι το καθολικό δεν είναι αφηρημένο ιδεώδες αλλά πάντα έχει μια συγκεκριμένη υλοποίηση, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει τον αυταρχικό κινεζικό υπερκαπιταλισμό υπό κομμουνιστική διοίκηση.

Πολέμιος του «δυτικού μαρξισμού»

Το νήμα του Λοζούρντο διεκδίκησε να συνεχίσει ο Γκάμπριελ Ρόκχιλ, ένας θεωρητικός που ύστερα από μια ακαδημαϊκή καριέρα εντός της δυτικής μαρξιστικής παράδοσης και της «Γαλλικής θεωρίας», είχε τη δική του «μεταστροφή στον δρόμο για τη Δαμασκό» και έγινε διαπρύσιος πολέμιος του «δυτικού μαρξισμού». Ομως, ενώ ο Αντερσον και ο Λοζούρντο ασχολήθηκαν με θεωρητικές αντιφάσεις, προβλήματα και κενά, ο Ρόκχιλ επέλεξε τον δρόμο της θεωρίας συνωμοσίας. Ανακυκλώνοντας ως «συγκλονιστικές αποκαλύψεις» στοιχεία γνωστά από καιρό για τη Σχολή της Φρανκφούρτης από την ιδιαίτερα αρνητική γνώμη του Χορκχάιμερ και του Αντόρνο για την ΕΣΣΔ, και τη συμμετοχή τους στα συνέδρια του χρηματοδοτούμενου από τη CIA Congress for Cultural Freedom, όταν η CIA προσπαθούσε να βοηθήσει τη συσπείρωση μιας αντικομμουνιστικής Αριστεράς, μέχρι τη συνεργασία με την OSS του Μαρκούζε στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ρόκχιλ υποστηρίζει στο βιβλίο του «Who Paid the Pipers of Western Marxism?» (Ποιος πλήρωσε τους αυλητές του δυτικού μαρξισμού;), που κυκλοφόρησε πέρσι, ότι τελικά η Σχολή της Φρανκφούρτης εντάχθηκε σε ένα σχέδιο των δυτικών μυστικών υπηρεσιών για να παρεκκλίνει ο μαρξισμός από τον επαναστατικό δρόμο. Ο Ρόκχιλ αντιπροτείνει έναν αντιιμπεριαλιστικό «διαλεκτικό – ιστορικό υλισμό» που καθοδήγησε τις επαναστάσεις από το 1917 έως και τη σημερινή Κίνα.

Η δημοφιλία του βιβλίου του Ρόκχιλ αποτυπώνει τη γοητεία του «στρατοπεδισμού» (campism), μιας ιδιότυπης «οπαδικής» αντίληψης του μαρξισμού που επιμένει ότι εάν από τη μια υπάρχει ο «ιμπεριαλισμός» από την άλλη υπάρχει ένας υποτιθέμενος κόσμος της αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης όπου στοιβάζονται εξαιρετικά ανόμοιες σύγχρονες εμπειρίες (η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, ο Τρίτος Κόσμος), και όπου η πιο έλλογη εκδοχή είναι το «ο εχθρός του εχθρού μου είναι ο δικός μου φίλος», και όπου αποσιωπώνται πλευρές όπως η άρνηση επί της ουσίας και της Κίνας και της Ρωσίας να παρέμβουν για να ανακοπεί η γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων. Προφανώς θα μπορούσε κανείς να πει πολλά για τις αντιφάσεις της Σχολής της Φρανκφούρτης, ιδίως μετά την απεμπόληση από την ιδρυτική γενιά, πλην του Μαρκούζε, της δυνατότητας η κριτική τους στον καπιταλισμό και τη μαζική κουλτούρα να συναντηθεί με κινήματα κοινωνικής χειραφέτησης, αφήνοντας ένα ανυπέρβλητο χάσμα ανάμεσα σε κριτική θεωρία και επαναστατική πράξη. Ομως, σίγουρα δεν τους αξίζει μια τέτοια καρικατούρα.

Η Σχολή της Φρανκφούρτης και οι ΗΠΑ

Επιπλέον, όπως δείχνει το Α. J. A. Woods στο βιβλίο του «The Cultural Marxism Conspiracy. Why the Right Blames the Frankfurt School for the Decline of the West» (Η συνωμοσία του πολιτισμικού μαρξισμού. Γιατί η Δεξιά κατηγορεί τη Σχολή της Φρανκφούρτης για την παρακμή της Δύσης), που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Verso, η συνωμοσιολογική επίθεση κατά της Σχολής της Φρανκφούρτης απηχεί το αρχέτυπο αυτού του είδους πολεμικής από τον Lyndon La Rouche και την ιδιότυπη μαρξίζουσα σέκτα του (που αργότερα θα προσεγγίσει την αμερικανική Δεξιά πριν πέσει σε παρακμή με τη φυλάκιση του ιδρυτή της για οικονομικά εγκλήματα). Ο Λα Ρους θα υποστηρίξει ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν τμήμα μιας συνωμοσίας του αμερικανικού κατεστημένου με σκοπό να σπρωχτεί ο νεολαΐστικος ριζοσπαστισμός της δεκαετίας του 1960 στα ναρκωτικά, το ελεύθερο σεξ και την κακόφωνη ροκ μουσική αντί της στράτευσης στο πλευρό του προλεταριάτου. Οπως δείχνει το Woods σε μια ιδιαίτερα λεπτομερή ιστορία ιδεών και εμμονών του αμερικανικού συντηρητισμού, ο Λα Ρους και οι πολεμικές του διαμόρφωσαν την αφετηρία για τη συστηματική πολεμική της αμερικανικής Δεξιάς ενάντια στον «πολιτισμικό μαρξισμό» που αποτελεί το συμπλήρωμα της πολεμικής στην «πολεμική ορθότητα». Ο «πολιτισμικός μαρξισμός», που σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται με τη σχολή της Φρανκφούρτης, θεωρείται ότι έχει αλώσει τα ΜΜΕ, τα πανεπιστήμια, ακόμη και το Χόλιγουντ, υπονομεύοντας τις «οικογενειακές αξίες» και έναν υγιή αμερικανισμό. Πιο πρόσφατα αυτό μεταφράστηκε στην επίσημη καταδίκη – και σε επίπεδο κρατικής πολιτικής – της «κριτικής θεωρίας για τη φυλή» (critical race theory). Δείχνει αυτό πώς στην πραγματικότητα πολεμικές όπως αυτές του Ρόκχιλ κατά του «δυτικού μαρξισμού» τελικά αναπαράγουν τρόπους πολύ πιο δεξιούς και συντηρητικούς από όσο θέλουν να παραδεχτούν».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000