Αν έχει μάθει κανείς να διαβάζει μια εφημερίδα, δημιουργεί στη ζωή του μια επιπλέον προϋπόθεση ώστε να παραμένει μόνιμα σε κατάσταση έκπληξης και συγκίνησης, πολύ περισσότερο μάλιστα σε σχέση με την έκπληξη και τη συγκίνηση που μπορεί να του προσφέρει το θέατρο ή ο κινηματογράφος, η τέχνη γενικότερα, καθώς την εφημερίδα μπορείς να την έχεις συνεχώς δίπλα σου.

Ακόμη και στο βιβλίο, χωρίς να είναι σπάνιο, παραμένει κάτι δυσεύρετο, η συγκατοίκηση ή συνοίκηση του κορυφαίου πολιτικού ή καλλιτεχνικού περιστατικού, όπως συμβαίνει με την εφημερίδα, με ένα γεγονός που, αν και κάποιας σχετικής σημασίας, δεν το θυμάται πια κανείς, παρά μόνον ο άνθρωπος που διατηρεί – αν συμβαίνει βέβαια να ζει και αυτός – μια σχέση μαζί του.

Πόσω μάλλον όταν πρόκειται για γεγονότα μιας εντελώς ιδιωτικής σημασίας, όπως για παράδειγμα μια εξαφάνιση, ένας θάνατος από ηλεκτροπληξία σε ένα απομακρυσμένο χωριό, μια αυτοκτονία, που όπως «συγκατοικούν», μόνο σε μια εφημερίδα με τα μεγάλα πολιτικής ή καλλιτεχνικής φύσεως γεγονότα, τρομάζουμε συχνά με το μέγεθος που παίρνουν στη ζωή μας τα πρώτα σε σχέση με τα δεύτερα, στοιχειώνοντας χάρη στη συχνότητα που επανέρχονται μέσα μας τον ξύπνιο και τον ύπνο μας.

Μεταβάλλοντάς μας όλους σε «έρμαια» μιας νοσταλγίας με απρόβλεπτες διαδρομές και εκφάνσεις. Αφού όση σχεδόν πλήξη μάς κατατρύχει ενώ θυμόμαστε περιστατικά που είχαν θεωρηθεί για όλους συγκλονιστικά, άλλο τόσο ενδιαφέρον και ανησυχία μάς προκαλούν ως προς την εξέλιξή τους ή την τύχη τους περιστατικά και άνθρωποι που αν και υπήρξαν μια ανείπωτη οδύνη, ο τελικός τους προορισμός φαίνεται πως ήταν να ξεχαστούν.

Δεν είναι πολύς καιρός που διαβάσαμε στην πολύτιμη στήλη του Γεώργιου Π. Μαλούχου «ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ» για μια παράσταση του Λίνου Καρζή στο Ηρώδειο με τις «Βάκχες» με ηθοποιούς και λοιπούς καλλιτεχνικούς συνεργάτες που μοιάζει σάμπως και η σημερινή ή η εδώ και πολλές δεκαετίες «ανωνυμία» τους να τους κάνει αξιερεύνητους όσο και ένα πρόσωπο που, αν και έγινε πολύ γνωστό, στην ουσία παρέμεινε για όλους εξαιρετικά άγνωστο.

Είναι κάτι το παράξενο αυτό που συμβαίνει με τις διανομές των θιάσων είτε πρόκειται για θιάσους εγκατεστημένους στην πρωτεύουσα είτε για θιάσους που περιοδεύουν στην επαρχία. Εννοούμε τη μνήμη ακόμα και των λιγότερο φανατικών θεατρόφιλων να την κυριεύουν συχνά, έως δακρύων, ονόματα ηθοποιών που, χωρίς να έχει υπογραμμιστεί σε κάποια στιγμή η παρουσία τους ή να έχουν διακριθεί για κάποια επίδοσή τους, επανέρχονται συχνά μέσα μας όπως ακριβώς επιστρέφει στη μνήμη μας ένα πρόσωπο που, αν και διασταυρωθήκαμε τυχαία μαζί του, για τόσο λίγο που δεν πληροφορηθήκαμε καν το όνομά του, το αναπολούμε σήμερα σαν ένα πρόσωπο που η ολιγόλεπτη επαφή μας θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε μια έστω και σύντομης διάρκειας σχέση παραμένοντας για μας ένα πρόσωπο αποκαλυπτικό.

Αν και αισθανόμαστε τελικά όλοι μας πως δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά μια σύνθεση από συγκινήσεις και κουβέντες ανθρώπων που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε, και εξακολουθούμε να συναναστρεφόμαστε και να αγαπάμε, παραμένουμε ταυτόχρονα υποχείριοι μιας ανάμνησης που δεν την τροφοδοτεί παρά κάτι το εντελώς αόριστο. «Υπάρχει κάτι στην ατμόσφαιρα που με πληγώνει», λέει ένας θαυμάσιος στίχος της ποιήτριας Μαρίας Λαϊνά. Σάμπως και οι πραγματικές μας ανάγκες δεν ήταν για κάτι πάρα πολύ πλούσιο και συναρπαστικό, όπως τουλάχιστον φανταζόμαστε, αλλά για κάτι ελάχιστο, που χωρίς καν να έχει υπάρξει, μας κατέστησε όλους μας αυτό που τελικά γινόμαστε: μια χωρίς κανένα αντίκρισμα ανησυχία, ένα περιφερόμενο τραύμα.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail