Ο γνωστός ποινικολόγος κείτεται νεκρός. Οι κόρες του, δεκαεξάχρονα δίδυμα κορίτσια, σπαράζουν. Αντικρίζουν τον πατέρα τους γυμνό σε εμβρυακή στάση, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Η ενημέρωση, απτόητη και με ανελέητη ταχύτητα τροφοδοτείται από την αγριότητα της σκηνής και το παρασκήνιο της ιστορίας. Mα τι άλλο θα μπορούσε να γίνει; Αναρωτιέσαι…

Η απάντηση δεν βρίσκεται στη λογοκρισία ούτε στην απόκρυψη των γεγονότων. Βρίσκεται στην ηθική του βλέμματος. Στην ικανότητά μας να ενημερωνόμαστε χωρίς να μετατρέπουμε την οδύνη του άλλου σε δημόσιο θέαμα. Ισως, τελικά, ο πολιτισμός να κρίνεται όχι από το πόσα γνωρίζει και αποκαλύπτει αλλά από το τι επιλέγει να αφήσει στη σιωπή, από σεβασμό προς εκείνους που καλούνται να συνεχίσουν να ζουν.

Στον ψηφιακό δημόσιο χώρο, τίποτα ούτε καν ο ίδιος ο θάνατος δεν φαίνεται να αφήνει περιθώρια Σιωπής. Ούτε στιγμή ανάσας. Η χαρά της αποδόμησης. Δεν υπάρχει έλεος.

Οι Ελληνες κάποτε γνώριζαν ότι ο θάνατος επιβάλλει ένα όριο. Στην τραγωδία, ακόμη και ο πιο αμφιλεγόμενος νεκρός αποκτούσε το δικαίωμα στην ταφή και στη σιωπή.

Μέσα από αυτή την μιντιακή υπερπροβολή της εγκληματικότητας ελλοχεύει ο κίνδυνος της κανονικοποίησης. Το Κακό μεταμορφώνεται σε ένα στοιχείο της καθημερινότητάς μας. Δεν μας προκαλεί απορία. αποτροπιασμό. Κάπου, κάπως το περιμένουμε να μας χτυπήσει την πόρτα. Ενας γνώριμος αβλαβής γείτονας. Τον υποδεχόμαστε. Δεν ζητά τίποτα από εμάς. Αντίθετα, η παρουσία του εξυπηρετεί την, συχνά αβάσταχτη, καθημερινότητά μας. Διανθίζει το βάρος της.

Ακόμα και η απροκάλυπτη ωμή βία καθημερινοποιείται. Η ανθρώπινη ζωή αφανίζεται στο πι και φι. Παρακολουθούμε στην οθόνη την εκτέλεσή της. Η βία, ένα προϊστορικό ζώο που το εξημερώσαμε. Το μεταμορφώσαμε σε ένα διακοσμητικό κανίς στον καναπέ μας! Το ταΐζουμε και μας ταΐζει. Αμέριμνοι ιδιοκτήτες ενός τέτοιου «πολυτελούς» ζώου!

Στο social media προβάλλονται συνεχώς κι ακαταπαύστως φόνοι, αίματα, απαγχονισμοί, λιντσαρίσματα. Ποιος είπε ότι σε αυτόν τον κόσμο τίποτα δεν είναι τόσο φρικτό ώστε να μην μπορεί να συμβεί; Ποιος μίλησε για την κανονικοποίηση της φρίκης; Για τη ρηχότητα του κακού;

Η επόμενη μέρα των δύο δεκαεξάχρονων: Το πρώτο πρωινό χωρίς τον πατέρα θα είναι και η αρχή μιας βίαιης αναμέτρησης με μια κοινωνία που δηλώνει συγκλονισμένη και αδυνατεί να σταματήσει να τροφοδοτείται από τον συγκλονισμό της. Δεν υπάρχει άβατο. Δεν υπάρχει μια προστατευτική σιωπή. Ολα οφείλουν να είναι ορατά, έκδηλα. Αυτή είναι η κανιβαλιστική πλευρά του πολιτισμού μας. Δεν καταβροχθίζει πλέον το σώμα. Καταβροχθίζει την ιδιωτικότητα. Την αξιοπρέπεια. Τη μνήμη.

Υστερόγραφο. Τα δύο κορίτσια  άθελά τους βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας ανθρωποφαγικής δημοσιότητας. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να τους στερήσει το δικαίωμα να συνεχίσουν να ζουν με την προοπτική της ανάκαμψης και της ανθεκτικότητας. Οι ενορμήσεις ζωής τους ανήκουν. Κανείς και τίποτα  δεν μπορεί να τις υφαρπάξει. Aς είναι αυτή η τελευταία λέξη, έστω ως επιθυμία ενός θαύματος.  Σαν το στοίχημα του Πασκάλ. Αν πιστεύεις και ο Θεός υπάρχει: Κερδίζεις τα πάντα. Αν δεν πιστεύεις και δεν υπάρχει θεός, τι είχαμε, τι χάσαμε.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι συγγραφέας και ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail