Ο Καζαντζάκης έλεγε ότι ελεύθερος άνθρωπος είναι αυτός που δεν φοβάται τον θάνατο. Μαζί του. Δεν ξέρω ωστόσο τι θα έλεγε αν ζούσε στις μέρες μας. Αν έβλεπε, με αφορμή τον θάνατο κάποιου, να κρεμιέται η ιδιωτική του ζωή στα μανταλάκια των μπουγαδόσχοινων του Διαδικτύου.
Στα τσιγκέλια των μιντιακών σφαγείων για λίγα κλικ. Χάριν, τάχα μου, της ενημέρωσης που δεν είναι όμως παρά κουτσομπολιό. Ούτε καν αυτό. Στις παλιές γειτονιές, στις παλιές αυλές, το κουτσομπολιό είχε κώδικες και κανόνες.
Μπορεί να έσερναν τα μύρια όσα στη σουρτούκα του απέναντι σπιτιού, να παρακολουθούσαν πίσω από τα κουρτινάκια με ποιον και τι ώρα μπαίνει στο σπίτι της, αλλά μπροστά στον θάνατο όλοι σιωπούσαν. Ακόμη και αν αυτός ο θάνατος ερχόταν κάτω από περίεργες συνθήκες, ενδεικτικές για τον τρόπο ζωής του τεθνεώτος, επικρατούσε ένας αταβιστικός σεβασμός. Και εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν λεγόταν κάτι, λεγόταν στα κρυφά.
Με μια ντροπή, βρε παιδί μου. Οσο ζούσε μπορεί να τον ή την «σταύρωναν», να τον έβαζαν στον τάκο, να έκαναν σχόλια κακεντρεχή και πικρόχολα, ειρωνικά και απαξιωτικά για συμπεριφορές πραγματικές ή φανταστικές. Ο πεθαμένος όμως ήταν ιερό πρόσωπο. Εστω μέχρι το μνημόσυνο των σαράντα του.
Ναι, ο ελεύθερος άνθρωπος του Νίκου Καζαντζάκη μπορεί να μη φοβάται τον θάνατο. Μπορεί να φοβάται όμως τη διαπόμπευση μετά τον θάνατό του. Που μεταφράζεται σε έναν κοινωνικό και ψυχολογικό «θάνατο» των δικών του ανθρώπων.
Να φεύγεις δηλαδή άγρια δολοφονημένος και να αφήνεις πίσω σου κι άλλους «νεκρούς». Θύματα μιας νοσηρής περιέργειας και μιας διαστρεβλωμένης άποψης περί αλήθειας. Αν ήταν όμως η αλήθεια και το «όλα στο φως» πανάκεια, δεν θα έσπαγε το κεφάλι του ο Ιψεν για να αναλύσει την αναγκαιότητα του ζωτικού ψεύδους στην «Αγριόπαπια».
Το είδαμε να συμβαίνει με τον πιο ειδεχθή τρόπο στο έγκλημα των τελευταίων ημερών. Ανθρωποι που ζουν μέσα στο ψέμα και την υποκρισία, έτοιμοι να ταΐσουν τα ένστικτά τους με «φρέσκο κρέας». Να σχολιάσουν, να κρίνουν, να ψέξουν τον νεκρό, νομίζοντας ότι έτσι κερδίζουν οι ίδιοι πόντους ηθικής. Ή κάτι ακόμη χειρότερο. Για λόγους ιδεοληπτικής σκοπιμότητας να αλλάξουν τους ρόλους μεταξύ θύτη και θύματος.
Τι σημασία έχει αν βρέθηκε άγρια δολοφονημένος. Ηταν πλούσιος, είχε κοινωνική προβολή, αντιπροσώπευε το κατεστημένο. Αρα αυτός έφταιγε και όχι ο νεαρός μετανάστης που τον κατακρεούργησε.
Νομίζουμε πως πετάμε στους αιθέρες των νέων ιδεών, της συμπερίληψης και της ελευθερίας και, με αφορμή τις παράλληλες αναγνώσεις τέτοιων περιστατικών, προσγειωνόμαστε απότομα στη βραχώδη επιφάνεια της πραγματικότητας.
Διότι ακόμη και οι απόψεις της νέας εποχής έχουν τα κλισέ και τα ταμπού τους. «Γιατί», σου λέει, «δεν δήλωνε τις προτιμήσεις του;». Και γιατί να τις δηλώσει; Πιο φασιστικό από το να απαγορεύεις σε κάποιον να μιλάει ή να του επιβάλλεις να μιλήσει για όσα δεν θέλει.
Εν τω μεταξύ, σε αυτή την ιστορία υπάρχουν δύο δίδυμα κορίτσια 16 ετών. Που δεν γνώρισαν τη μητέρα τους. Που πριν από δύο χρόνια έχασαν τη γιαγιά τους που τα μεγάλωσε. Και που αυτά βρήκαν τον πατέρα τους νεκρό στο γραφείο του. Να βγάλουμε όλοι τον σκασμό είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτά τα παιδιά.








