Οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμα εργαλεία. Αποτυπώνουν τάσεις, καταγράφουν μετακινήσεις, δείχνουν διαθέσεις της κοινωνίας σε μια δεδομένη στιγμή. Σε μια δημοκρατία, η μέτρηση της κοινής γνώμης έχει αξία. Αρκεί να θυμόμαστε ότι δεν είναι ούτε κάλπη, ούτε προφητεία. Είναι φωτογραφία της στιγμής, με μεθοδολογία, περιθώρια σφάλματος, περιορισμούς και ερμηνείες. Γι’ αυτό χρειάζονται τρεις αστερίσκοι.

Ο πρώτος αφορά τον ίδιο τον δημόσιο διάλογο. Οταν η πολιτική ζωή κατακλύζεται από έναν καταιγισμό δημοσκοπήσεων, κάτι πολύ σημαντικό χάνεται. Αντί να συζητάμε για τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας, για την ακρίβεια, τη στέγη, τους μισθούς, την υγεία, την παιδεία, το κράτος δικαίου, τις ανισότητες, τις προτάσεις των κομμάτων, τις λύσεις και τα διλήμματα της εποχής, καταλήγουμε όλοι να παριστάνουμε τους ερασιτέχνες στατιστικολόγους. Αντί να ρωτάμε «τι θα γίνει με το ενοίκιο;», ρωτάμε «πόσο πήρε το τάδε κόμμα;». Αντί να συζητάμε «πώς θα αυξηθούν οι μισθοί;», αναλύουμε δεκαδικά ψηφία. Αντί να εξετάζουμε ποιος έχει σχέδιο για τη χώρα, ψάχνουμε ποιος ανέβηκε μισή μονάδα και ποιος έπεσε μία. Ετσι ο δημόσιος λόγος παθαίνει ασφυξία. Η πολιτική μικραίνει. Η ουσία υποχωρεί. Η κοινωνία γίνεται θεατής μιας διαρκούς αριθμητικής παράστασης.

Ο δεύτερος αστερίσκος σχετίζεται άμεσα με τον πρώτο και έχει να κάνει με τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Οταν το μόνο που συζητάμε είναι ποσοστά, τότε η πολιτική ζωή ποδοσφαιροποιείται. Τα κόμματα αντιμετωπίζονται σαν ομάδες σε πρωτάθλημα. Οι πολίτες δεν ενημερώνονται και δεν αξιολογούν προγράμματα, ιδέες, προτάσεις και πρόσωπα, αλλά καλούνται να στοιχηθούν πίσω από τον υποτιθέμενο νικητή. Λες και η δημοκρατία είναι κουπόνι στοιχήματος. Λες και ο πολίτης πρέπει να ψηφίσει όχι με βάση το συμφέρον του, τις αξίες του και την κρίση του, αλλά με βάση το ποιος εμφανίζεται «πρώτος» στην κούρσα. Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο περιβάλλον. Καλλιεργεί την αίσθηση του αναπόφευκτου. Μετατρέπει την πολιτική επιλογή σε ψυχολογία αγέλης. Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος. Οι δημοσκοπήσεις δεν υποκαθιστούν τη δημοκρατική απόφαση. Δεν είναι εργαλείο πίεσης προς τους πολίτες. Δεν πρέπει να δημιουργούν τεχνητές δυναμικές που στη συνέχεια αυτοεπιβεβαιώνονται. Η ψήφος δεν είναι πρόβλεψη αποτελέσματος. Είναι πράξη ευθύνης.

Ο τρίτος αστερίσκος είναι αμιγώς πολιτικός, αλλά αφορά και την αξιοπιστία των ίδιων των δημοσκοπήσεων. Πρέπει να θυμόμαστε ότι οι δημοσκοπικές εταιρείες δεν είναι πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής. Υπηρετούν απλώς ένα εργαλείο μέτρησης. Δεν είναι πολιτικοί παράγοντες. Δεν είναι φορείς πολιτικής νομιμοποίησης ή απονομιμοποίησης κομμάτων και στελεχών. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να αφήνουν την οποιαδήποτε υπόνοια εκδικητικότητας σε οποιονδήποτε ασκεί κριτική στο εργαλείο. Εδώ τίθενται και τα εξής ερωτήματα: τι υποδηλώνει η φράση «οι δημοσκοπικές εταιρείες θα είναι απέναντι σε κάποιο κόμμα;». Πώς μπορεί να εκδηλωθεί αυτή η σύγκρουση; Τι εξυπηρετεί η νομική απειλή στελέχους της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Η αξιοπιστία κερδίζεται με καθαρούς κανόνες, διαφάνεια στη μεθοδολογία, σεβασμό στον δημόσιο διάλογο και επίγνωση του ρόλου καθενός. Οι δημοσκοπήσεις, λοιπόν, έχουν θέση στη δημοκρατία. Αλλά δεν μπορούν να γίνουν η ίδια η δημοκρατία. Η πολιτική δεν είναι μέτρηση. Είναι σύγκρουση ιδεών, προγραμμάτων και κοινωνικών συμφερόντων. Και στο τέλος, αυτό που μετρά πραγματικά δεν είναι η πρόβλεψη της κάλπης. Είναι η ίδια η κάλπη.

Ο Λευτέρης Καρχιμάκης είναι λέκτορας Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Leiden και συντονιστής της Ομάδας Προγράμματος του ΠΑΣΟΚ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail