Ενα γνώριμο φαινόμενο του ελληνικού πολιτικού συστήματος έκανε την εμφάνισή του πάλι τις τελευταίες ημέρες: η αμφισβήτηση των δημοσκοπήσεων που δεν καταγράφουν ούτε αποτυπώνουν την κοινή γνώμη αλλά επιχειρούν να τη χειραγωγήσουν και να την καθοδηγήσουν προς την κατεύθυνση που επιθυμεί πάντοτε κάποιο ισχυρό και αόρατο ταυτόχρονα σύστημα εξουσίας.
Η κριτική που συνήθως γίνεται δεν εστιάζει στις μεθοδολογικές και τεχνικές παραμέτρους μιας δημοσκόπησης, γεγονός που είναι ευπρόσδεκτο και μπορεί να λειτουργήσει εποικοδομητικά, αλλά στο παραγόμενο αποτέλεσμα που δεν εξυπηρετεί κάθε φορά το πολιτικό αφήγημα αυτού που τις αμφισβητεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η πλειοψηφία των κομμάτων – άλλο περισσότερο και άλλο λιγότερο – έχει κατά καιρούς αμφισβητήσει τις δημοσκοπήσεις, χωρίς σχεδόν ποτέ να παρουσιάζονται στοιχεία ή τεκμηριωμένα δεδομένα που να αποδεικνύουν την ηθελημένη μεροληψία και στρέβλωση του φορέα που υλοποιεί την έρευνα.
Τα όρια άλλωστε της κάθε μέτρησης, τις μεθοδολογικές ατέλειες και τις δειγματοληπτικές στρεβλώσεις τις αναγνωρίζουν πρώτα απ’ όλα οι άνθρωποι που διεξάγουν τις δημοσκοπήσεις στην προσπάθειά τους να διορθώσουν, να εξαλείψουν ή να περιορίσουν τα δειγματοληπτικά σφάλματα και ό,τι συνοδεύει μία πιθανοθεωρητική έρευνα που από τη φύση της εμπεριέχει αβεβαιότητες, επισφάλειες και περιορισμούς.
Το ενδιαφέρον όλων όσοι ασκούν κριτική λοιπόν δεν εστιάζει στα μεθοδολογικά προβλήματα και τα όρια του εργαλείου αλλά στον πολιτικό αντίκτυπο που θεωρητικά παράγει μία δημοσκόπηση. Πόσο όμως ισχύει κάτι τέτοιο;
Η πρώτη παρεξήγηση αφορά την πιθανολογούμενη επιρροή των ψηφοφόρων, σε σχέση με την οποία επικρατεί η εντύπωση ότι το προβάδισμα κάποιου κόμματος στις δημοσκοπήσεις μπορεί να δημιουργήσει το σύνδρομο του νικητή (bandwagon effect), το οποίο με τη σειρά του είναι ικανό να παρασύρει τους ταλαντευόμενους ψηφοφόρους. Η άποψη αυτή αναπαράγει την παραδοσιακή στρατηγική που ακολουθούσαν και ακολουθούν τα κόμματα κατά την προεκλογική περίοδο, προεξοφλώντας την επικείμενη νίκη τους.
Η συζήτηση για το σύνδρομο του νικητή χρονολογείται τουλάχιστον από το 1940, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα καταλήξει σε κάποιου είδους επιβεβαίωση. Και τούτο διότι το σύνδρομο του νικητή, εκτός από την προσέλκυση κάποιων ταλαντευόμενων ψηφοφόρων, μπορεί επίσης να προκαλέσει την αντισυσπείρωση των αντιπάλων ή να ευνοήσει την τάση για χαλαρή ψήφο υπέρ των μικρότερων κομμάτων (underdog effect).
Η δεύτερη και σημαντικότερη παρεξήγηση αφορά την αυξημένη προβλεπτική ικανότητα που αποδίδεται στις δημοσκοπήσεις, παραγνωρίζοντας τα σημαντικά τεχνικά και μεθοδολογικά προβλήματα, τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει κάθε πολιτική δημοσκόπηση.
Από ‘κεί και πέρα δεν μπορούμε σήμερα να μιλάμε για τις δημοσκοπήσεις έξω από το πλαίσιο των ΜΜΕ καθώς η αμφισβήτησή τους αφορά όχι τη διενέργεια αλλά τη δημοσιοποίησή τους. Η χρήση των δημοσκοπήσεων από τα Μέσα δημιουργεί το φαινόμενο του δημοσκοπικού πληθωρισμού που με τη σειρά του τροφοδοτεί το ίσως σημαντικότερο ζήτημα που δεν είναι άλλο από την αντικατάσταση του πολιτικού διαλόγου από τον δημοσκοπικό σχολιασμό. Είναι ξεκάθαρο ότι εδώ και αρκετά χρόνια μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης περιστρέφεται γύρω από τα δημοσκοπικά δεδομένα και λιγότερο γύρω από την παρουσίαση των θέσεων και των πολιτικών προγραμμάτων όσων διεκδικούν την ψήφο των πολιτών. Αυτό όμως δεν είναι πρόβλημα των δημοσκοπήσεων αλλά απότοκο μιας προσέγγισης από το πολιτικό και μιντιακό σύστημα, το οποίο προσπαθεί να συντονιστεί με το σύγχρονο ακροατήριο που αρέσκεται σε γρήγορη, άμεση και κωδικοποιημένη πληροφόρηση.
Παρ’ όλες λοιπόν τις πιθανές στρεβλώσεις και αντιρρήσεις, το ερώτημα είναι ξεκάθαρο: Το πολιτικό περιβάλλον θα ήταν καλύτερο χωρίς τις δημοσκοπήσεις; Η ενημέρωση των πολιτών θα ήταν πληρέστερη χωρίς την πρόσβαση σε στοιχεία τα οποία σε διαφορετική περίπτωση θα γνώριζαν κάποιοι λίγοι και θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιούν κατά το δοκούν; Υπάρχει άραγεκανείς που θέλει να επιστρέψουμε στην εποχή των «μυστικών δημοσκοπήσεων των πρεσβειών»;
Ας τα σκεφτούμε όλα αυτά την επόμενη φορά που θα θελήσουμε να ασκήσουμε κριτική σε μία επώνυμη, δημοσιευμένη και προσβάσιμη σε όλους δημοσκόπηση.
Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής Ερευνών GPO

- Φωτιά σε διαμέρισμα στον Πειραιά: Διακοπή κυκλοφορίας στην Ακτή Μουτσοπούλου
- Στα 37,5 δισ. δολάρια ανέρχεται το κόστος για τις ΗΠΑ του πολέμου στο Ιράν σύμφωνα με τον Χέγκσεθ – Είναι πολύ παραπάνω λένε αναλυτές
- Ρόδος: Τρανς τουρίστρια καταγγέλλει άγρια τρανσφοβική επίθεση – Την έριξαν και της έσπασαν δόντι







