Νέα επιστημονικά δεδομένα ενισχύουν την άποψη ότι η έγκαιρη χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη σε ασθενείς με σοβαρή στένωση της αορτικής βαλβίδας, ακόμη και όταν δεν εμφανίζουν συμπτώματα. Τα ευρήματα προέρχονται από τη μελέτη RECOVERY trial, η οποία παρέχει για πρώτη φορά δεκαετή παρακολούθηση συγκρίνοντας την πρώιμη χειρουργική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας με τη συντηρητική προσέγγιση.
Σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες, οι ασθενείς με στένωση της αορτικής βαλβίδας και χωρίς συμπτώματα (δηλαδή χωρίς να εμφανίζουν δύσπνοια ή στηθάγχη στην προσπάθεια ή συγκοπή) παρακολουθούνται στενά και υποβάλλονται σε επέμβαση μόνο όταν αυτά εμφανιστούν. Ωστόσο, τα νέα δεδομένα αμφισβητούν αυτή τη στρατηγική. Η μελέτη RECOVERY περιέλαβε 145 ασθενείς με σοβαρή στένωση της αορτικής βαλβίδας στη Νότια Κορέα, οι οποίοι χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: άμεση χειρουργική επέμβαση και συντηρητική παρακολούθηση. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά.
Σε διάστημα δέκα ετών, 11 ασθενείς στην ομάδα της πρώιμης επέμβασης κατέληξαν, έναντι 23 στην ομάδα της συντηρητικής αγωγής. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι η θνησιμότητα από χειρουργικά αίτια ή καρδιαγγειακά συμβάντα ήταν μόλις 1% στην ομάδα της πρώιμης χειρουργικής αντιμετώπισης σε σύγκριση με 19% στην ομάδα της συντηρητικής αντιμετώπισης. Να σημειωθεί ότι οι ασθενείς που υποβλήθηκαν νωρίς σε αντικατάσταση βαλβίδας έλαβαν είτε μηχανική είτε βιολογική πρόθεση μέσα σε δύο μήνες.
Αντίθετα, πολλοί από όσους αρχικά παρακολουθήθηκαν κατέληξαν τελικά σε επείγουσα επέμβαση, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών. Με βάση τη μελέτη αυτή η ταχύτητα ροής αίματος στην αορτή άνω των 4,5 m/s, όπως μετράται με την υπερηχογραφία doppler, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο κριτήριο για τη διαλογή των ασθενών που θα οδηγηθούν σε έγκαιρη παρέμβαση.
Η μελέτη δίνει ένα μήνυμα ότι η σοβαρή στένωση αορτής δεν είναι «αθώα» νόσος, ακόμη και χωρίς συμπτώματα. Παράλληλα επισημαίνονται οι περιορισμοί της μελέτης, όπως το μικρό μέγεθος δείγματος και το γεγονός ότι η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε μόνο μία γεωγραφική περιοχή.
Παρά τις επιφυλάξεις, τα ευρήματα ανοίγουν τη συζήτηση για πιθανή αλλαγή στην κλινική πρακτική ιδίως στην εποχή μας που η διακαθετηριακή αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας (TAVI) ενδείκνυται πλέον και σε νεαρότερους ασθενείς άνω των 70 ή 75 ετών. Η πρώιμη παρέμβαση φαίνεται να προσφέρει καλύτερη μακροπρόθεσμη επιβίωση, θέτοντας νέα δεδομένα στη διαχείριση μιας σοβαρής καρδιοπάθειας που μέχρι σήμερα αντιμετωπιζόταν πιο επιφυλακτικά.
Ο Κώστας Τσιούφης είναι καθηγητής Καρδιολογίας ΕΚΠΑ – Α’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών






