Εκατοντάδες αμερικανικές αστυνομικές περιπέτειες λένε πολύ συχνά ιστορίες εντελώς τραβηγμένες, αλλά τελικά ακόμα και οι β’ διαλογής παραγωγές στην πλειοψηφία τους σε πείθουν. Γιατί; Γιατί ως κατασκευές είναι πράγματι πειστικές και αυτό βάζει στο πίσω μέρος του μυαλού μας την ενδεχόμενη αναληθοφάνειά τους. Ανέκαθεν αναρωτιόμουν αν κάτι τέτοιο θα μπορούσε να σταθεί στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά, γιατί παλαιότερα – ακόμα και οι φτηνιάρικες ελληνικές αστυνομικές περιπέτειες της δεκαετίας του 1970 («Εγκλημα στο Καβούρι» κ.ά.) – ακολουθούσαν με συνέπεια, αν και σε πιο πρωτόγονες συνθήκες, αυτό το μοντέλο. Θα μπορούσε άραγε σήμερα – όπως π.χ. μπορεί να συμβεί στην ελληνική τηλεόραση – να γυριστεί μια ελληνική αστυνομική κινηματογραφική περιπέτεια με τη «μαγιά» της αμερικανικής αλλά σε εντελώς διαφορετικό «κάδρο»;
Η ταινία «Το μυστικό του δάσους» (Ελλάδα, 2026) λέει ότι ναι, θα μπορούσε, και ομολογώ ότι υπήρξε μια αρκετά ευχάριστη έκπληξη τόσο κατασκευαστικά (γιατί με κάθε ειλικρίνεια μπορώ να πω ότι δεν έχει τίποτα να ζηλέψει μπροστά στις ξένες παραγωγές) όσο – το κυριότερο – στους διαλόγους και τις ερμηνείες της. Αν έλεγα ότι παρακολουθώντας το «Μυστικό του δάσους» δεν ένιωσα τις επιρροές που οι δύο σκηνοθέτες του, ο Μάκης Τσούφης και ο Στέλιος Ορφανίδης, έχουν δεχθεί από τον ξένο κινηματογράφο, θα ήμουν ψεύτης. Μα δεν νομίζω, τελικά, ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποφευχθεί.
Τα τελευταία χρόνια ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει δοκιμαστεί σε αυτό το «είδος», άρα είναι δύσκολο τόσο σύντομα να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα. Οπότε το μόνο που μένει είναι να δεις αν οι δημιουργοί υπήρξαν καλοί «μαθητές» ώστε να εισαγάγουν στο μέσο κάτι ασυνήθιστο στη ματιά μας – για τα ελληνικά τουλάχιστον δεδομένα. Ακολουθώντας προσεκτικά το μοντέλο που θέλει τον μοναχικό βασικό ήρωα (Κώστας Καραθωμάς), πρώην αστυνομικό που για διάφορους λόγους έχασε τη θέση του και τώρα ζει στο ίδιο σπίτι με έναν σοφό πατέρα (Χάρης Εμμανουήλ), οι δύο σκηνοθέτες ενσωματώνουν στοιχεία γνώριμα από τον ξένο κινηματογράφο και «ξεδιπλώνουν» μια εύπεπτη, άκρως ψυχαγωγική ταινία «παίρνω τον νόμο στα χέρια μου».
Πανκ φεμινισμός
Μήνες μετά την πρεμιέρα της στο διεθνές κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας και αργότερα της Θεσσαλονίκης, η «Gorgona» (Ελλάδα/Γαλλία, 2025), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της εικαστικού και σκηνοθέτριας Εύης Καλογηροπούλου, έρχεται σήμερα να δοκιμαστεί με το κοινό των ελληνικών αιθουσών, προσφέροντας και αυτή ένα μάλλον ασυνήθιστο θέαμα σε ό,τι αφορά τον εγχώριο κινηματογράφο. Και αυτό διότι η μετα-αποκαλυπτική ταινία φαντασίας δεν είναι είδος συνηθισμένο στο ελληνικό σινεμά – αλλά γιατί όχι τελικά;
Ωστόσο, αν αυτή η ταινία ξαφνιάζει το οφείλει πάνω απ’ όλα στο πολύ ενδιαφέρον «περιτύλιγμά» της, το design και όχι τόσο στο περιεχόμενο. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας αντιλαμβάνεται κανείς τις «προβοκατόρικες» διαθέσεις της: Βρισκόμαστε σε ένα ανδροκρατούμενο, δυστοπικό περιβάλλον και σε μια εποχή που το πετρέλαιο χάνει σιγά σιγά την αξία του. Την κοινωνία της ιστορίας που παρακολουθούμε διοικεί ένας βασιλιάς, που αναζητεί διάδοχο και προκειμένου να αποδεικνύει καθημερινά ότι σωστά βρίσκεται στον θρόνο του συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα.
Οι άνδρες μαντρόσκυλα, οι γυναίκες δούλες. Ο καλός ηθοποιός Χρήστος Λούλης που υποδύεται τον βασιλιά είναι τόσο «ηλεκτρισμένος» σε αυτή την ερμηνεία, που ένα μειδίαμα δεν γίνεται να το αποφύγεις, γιατί σου δίνει την εντύπωση ότι υποδύεται τον Ριχάρδο Γ’ του Σαίξπηρ στην εποχή του «Mad Max». Οπότε ο βασιλιάς, προκειμένου να δείξει ότι είναι άξιος στη θέση που βρίσκεται, σκοτώνει εν ψυχρώ ό,τι τον κάνει να «στραβώσει», όλα αυτά στη διαπασών, στην απόλυτη υπερβολή τους, κάτι που μέχρι ενός σημείου το δέχεσαι.
Η ιστορία διαδραματίζεται σε κάποιο αόριστο μέλλον, οπότε μπορείς να κάνεις ό,τι παιχνίδι θες αφού δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα είναι το μέλλον. Μονο που όλα αυτά τα βλέπουμε και τα ξαναβλέπουμε και τα ξαναβλέπουμε χωρίς ιδιαίτερο λόγο – πέρα από το ότι είναι «πολύ cool» ή επειδή «γράφουν» καλά στην οθόνη ή επειδή δεν έχουμε με τι άλλο να γεμίσουμε την ιστορία μας. Μέχρι τη στιγμή βέβαια που κάποιες γυναίκες (Μελισσάνθη Μάχουτ, Αουρόα Μάρον) αποφασίζουν να κάνουν την επανάστασή τους, γιατί εκεί εντέλει βρίσκεται το ψητό αυτής της τραβηγμένης από τα μαλλιά ταινίας που πνίγεται, τελικά, μέσα στην κινούμενη άμμο του απροκάλυπτα στρατευμένου, πανκ φεμινισμού της.
Ο Βιβάλντι και η βιολονίστρια
Η επιτυχία της ιταλικής ταινίας «Primavera» (2025) έγκειται στο ότι, παρότι είναι η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα στη μεγάλου μήκους μυθοπλασία του Νταμιάνο Μικελέτι, ο οποίος προέρχεται από τον χώρο της όπερας, και παρότι κεντρικό πρόσωπό της είναι ο Αντόνιο Βιβάλντι (1678-1741), στη ζωή του οποίου η ιστορία αναφέρεται, δεν είναι μια ταινία για την ίδια την όπερα και το λυρικό τραγούδι.
Και σίγουρα δεν έχει την «αισθητική» της όπερας. Αντιθέτως, με πολύ λεπτές γραμμές και με μεγάλη έμφαση στη δημιουργία ατμόσφαιρας χάρη στη δουλειά της διευθύντριας φωτογραφίας Ντάρια Ντ’ Αντόνιο, ο Μικελέτι έπλασε έναν κόσμο που περισσότερο κινείται γύρω από τον μουσικό χώρο και λιγότερο μέσα σε αυτόν – κάτι που πολύ πιθανόν να προκαλούσε ανία ή το ενδιαφέρον αποκλειστικά των λάτρεων της όπερας.
Ολη η ταινία στηρίζεται πάνω στη χαμηλών τόνων σχέση που θα αναπτυχθεί ανάμεσα στον Αντόνιο Βιβάλντι (Μικέλε Ριοντίνο) με μια ντροπαλή, ταλαντούχα βιολονίστρια (Τέκλα Ινσόλια), η οποία έχει μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο όπου ταλαντούχα κορίτσια μυούνται στη μουσική. Ασφαλώς και η μουσική παίζει ρόλο στην ιστορία, μάλιστα η μουσική που ακούμε εκτελέστηκε ζωντανά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, όμως η ματιά του Μικελέτι είναι πέρα για πέρα ανθρωποκεντρική, το ενδιαφέρον του στραμμένο στα βλέμματα, στις σιωπές, στα λεκτικά υπονοούμενα και στον κρυμμένο πόθο που αγωνιά να βγει στην επιφάνεια.
Οχι μια ακόμη ρομαντική κομεντί
Τι θα μπορούσε να ειπωθεί από κάποιον ώστε ο βαθιά ερωτευμένος μαζί του σύντροφός του να «ξενερώσει» τόσο πολύ που τελικά να έχει δεύτερες σκέψεις για τον επικείμενο γάμο τους; Με αυτό το ερώτημα «παίζει» πονηρά η ταινία «The drama» (ΗΠΑ, 2026) αφού πάνω σε αυτή την ιδέα είναι δοδημένο ολόκληρο το σενάριο – ή καλύτερα το μεγαλύτερο μέρος του, γιατί η ιδέα καθυστερεί να εισέλθει στην ιστορία.
Και αργεί επειδή ο σκηνοθέτης Κρίστοφερ Μπόγκλι θέλει πρώτα να αναλύσει όσο το δυνατόν περισσότερο αυτή τη σχέση, ώστε εμείς, οι θεατές, να καταλάβουμε πόσο το ζευγάρι (Ρόμπερτ Πάτινσον και Ζεντάγια) πραγματικά πιστεύει σε αυτή τη σχέση, πόσο θέλει ο ένας τον άλλο. Αυτό το πρώτο μέρος κινείται στα χνάρια μιας ακόμα ρομαντικής κομεντί, η οποία ωστόσο αλλάζει τελείως ύφος όταν η γυναίκα δέχεται να παίξει το παιχνίδι της αλήθειας και να πει σε μια παρέα με παρόντα τον φίλο της ποιο είναι το χειρότερο πράγμα που έχει κάνει στη ζωή της.
Η ιδέα έχει ενδιαφέρον και η ανάπτυξή της γίνεται με προσοχή, τόση ώστε να νιώσουμε ότι, όχι, δεν παρακολουθούμε μια ακόμη χιλιοειπωμένη ρομαντική κομεντί αλλά μια ταινία με πρωτότυπο θέμα και αμπαλάζ το είδος που ονομάζεται ρομαντική κομεντί. Ωστόσο, παρότι το «The drama» διακρίνεται για τις σεναριακές αρετές και τους καλογραμμένους διαλόγους του, το ίδιο το εύρημα του «κακού» που ομολογεί η ηρωίδα της Ζεντάγια είναι κάτι που με ηθικούς όρους με βρήκε ασύμφωνο, γιατί πολλά μπορείς να κάνεις με τα μακελειά στα αμερικανικά σχολεία, πλακίτσες όμως με τίποτα.
Animation για σινεφίλ
Το θαυμάσιο, καλλιτεχνικό σκίτσο ενταγμένο σε μια αρκετά σκοτεινή ιστορία «για μεγάλους» ήταν τα στοιχεία χάρη στα οποία το «Τρίο της Μπελβίλ» (2005) του γάλλου σκηνοθέτη Σιλβέν Σομέ έχει κερδίσει μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες κινουμένων σχεδίων μέσα στο νέο μιλένιουμ.
Ο ίδιος σκηνοθέτης επέστρεψε πέρυσι με τη «Ζωή σαν σινεμά» (Marcel et Monsieur Pagnol, Γαλλία, 2025), ένα λυρικό ομάζ στη ζωή του σπουδαίου γάλλου κινηματογραφιστή και συγγραφέα Μαρσέλ Πανιόν (1895-1974), δημιουργού ταινιών όπως οι «Topaze», «Cezar», «Cigalon» κ.ά.
Συγχρόνως, η ταινία μας θυμίζει με πολλή αγάπη το πώς ο κινηματογράφος μπήκε στην κουλτούρα του κοινού προκαλώντας – τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια – κλυδωνισμούς στον θεατρικό χώρο (όπου ο Πανιόν επίσης εργάστηκε, και με μεγάλες επιτυχίες). Σίγουρα η ταινία απευθύνεται κυρίως στο ενήλικο, κινηματογραφόφιλο κοινό, όπως αρκετές, παρόμοιου χαρακτήρα ταινίες έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια – ανάμεσά τους «Ο Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες» (2018) του Σαλβαδόρ Σιμό Μπουσόν, όπου το θέμα ήταν τα πρώτα δημιουργικά χρόνια του ισπανού σουρεαλιστή Λουίς Μπουνιουέλ, και «Πυροβόλισαν τον πιανίστα» (2023) του Φερνάντο Τρουέμπα. Η ίδια ταινία, πάντως, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γυριστεί με ζωντανούς ηθοποιούς.






