Δυσκολευόμαστε να συνεννοηθούμε στον δημόσιο λόγο για το πώς να αντιμετωπίσουμε την ελληνική Δικαιοσύνη, όταν παρουσιάζεται σαν τον Θεάνθρωπο: θνητή και θεϊκή ταυτόχρονα. Ξεχνάμε πως αποτελεί εξουσία με τα ίδια ελαττώματα των υπολοίπων. Αλληλεπιδρά δε μαζί τους με τρόπο που συχνά την αδικεί και την περιορίζει, όπως όταν η εκάστοτε κυβέρνηση επιλέγει αυθαίρετα την ηγεσία της, κάνοντας βουτιές στην επετηρίδα και αγνοώντας την εκπεφρασμένη άποψη των λειτουργών της.
Παρ’ όλα αυτά, επειδή ακριβώς τα μέλη της επέλεξαν να υπηρετούν ένα σώμα με υποχρέωση υψηλού ηθικού φρονήματος και λογοδοσίας στον λαό, οι πολίτες οφείλουμε να είμαστε απαιτητικοί απέναντι σε όσους συγκροτούν την έννοια «Δικαιοσύνη», η οποία δεν είναι ασώματο πνεύμα.
Πού ακριβώς βρίσκεται, λοιπόν, ο πήχης μας, όταν περίπου το 70% των πολιτών δηλώνει πως δεν της τρέφει πια πολλή εμπιστοσύνη;
Επιδικάζεται, για παράδειγμα, μια στοιχειώδης αποζημίωση 100.000 ευρώ ανά συγγενή στα θύματα των Τεμπών από το Δημόσιο. Αναγνωρίζεται έτσι η ευθύνη του σκληρού πυρήνα του κράτους, το οποίο, διά πράξεων και παραλείψεων, διαμόρφωσε τις συνθήκες που επέτρεψαν το δυστύχημα. Και έχουμε φτάσει να μας φαίνεται αυτό επαναστατικό. Εν τω μεταξύ, κυβερνητικές ντουντούκες περιφέρονται λέγοντας «ορίστε, κακώς κρίνετε τη Δικαιοσύνη», λες και δεν θυμόμαστε τι έλεγαν οι ίδιοι επί άλλων κυβερνήσεων.
Πού έχουμε τοποθετήσει τον πήχη όταν θεωρούμε νίκη ότι η Παρασκευή Τυχεροπούλου, η έντιμη υπάλληλος που πρωταγωνίστησε στην αποκάλυψη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, χρειάστηκε δικαστική απόφαση για να της αναγνωριστεί πως κακώς υπέστη εκδικητική μεταχείριση από την τότε διοίκηση της υπηρεσίας της. Θα έπρεπε ήδη να βρίσκεται στη θέση της, αντί να περιμένει τη νέα διοίκηση «της κάθαρσης» να την αποκαταστήσει, ενώ διατηρούνται σε υπεύθυνες θέσεις υπάλληλοι τους οποίους έπιασαν κοριοί να συνεννοούνται ρουσφέτια.
Πού ακριβώς βρίσκεται ο πήχης όταν μας φαίνεται γενναίο, και όχι αυτονόητο, ότι ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας ενός Πρωτοδικείου έκαναν όσα δεν έκανε αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην υπόθεση των υποκλοπών; Μιλάμε για στοιχειώδη πράγματα: να δουν μάρτυρες και έγγραφα, όχι κάτι συγκλονιστικό.
Συχνά τελευταία, λειτουργοί της Δικαιοσύνης αντιδρούν σφοδρά στη δημόσια κριτική, αναζητώντας σκοπιμότητες. Καλό θα ήταν, ωστόσο, να κοιτάξουν παραπέρα και να διερωτηθούν γιατί ο λαός έφτασε πλέον στο σημείο ενίοτε να εκπλήσσεται ευχάριστα. Εκεί φωλιάζει η λύπη.






