Οταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 διακηρυσσόταν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η υπόσχεση ήταν ότι αυτό θα σήμαινε και τέλος της διαρκούς παρουσίας του πολέμου, καθώς δεν θα υπήρχε η αντιπαλότητα ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικά κοινωνικά συστήματα και όλες οι χώρες συμμερίζονταν την προσήλωση στην οικονομία της αγοράς και την προτεραιότητα της ιδιωτικής επένδυσης. Αλλωστε, η λειτουργία της ΕΟΚ ως «Κοινής Αγοράς» φαινόταν να τεκμηριώνει ότι η οικονομική ολοκλήρωση μπορούσε να σταματήσει τους πολέμους που στοίχειωσαν για αιώνες τη συλλογική μνήμη της δυτικής Ευρώπης. Βεβαίως, ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία υπενθύμισε ότι η μετακομμουνιστική εποχή περιλάμβανε εθνικισμούς και εμφυλίους πολέμους αλλά και νέες προβολής «δυτικής ισχύος», όπως οδυνηρά έζησε το Βελιγράδι το 1999.
Η δεκαετία του 2000 και ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» έδειξαν ότι η επίτευξη ειρήνης μέσω της παγκοσμιοποίησης ήταν απλώς ιδεολογική προβολή και οι ΗΠΑ διεκδίκησαν να κατοχυρώσουν την πρωτοκαθεδρία τους μέσα από μια αλαζονική σειρά πολλαπλά καταστροφικών «αυτοκρατορικών» επιδείξεων δύναμης. Η αυταρχική θωράκιση που συνόδευε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές μεταφραζόταν και σε μια μεταφορά του πολέμου στο εσωτερικό των χωρών, την ώρα που η σταδιακή ανάδυση στη δεκαετία του 2010 ενός νέου Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στη «Συλλογική Δύση» από τη μια, τη Ρωσία και την Κίνα από την άλλη, με αποκορύφωμα τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία.
Στη δεκαετία που διανύουμε ο πόλεμος έγινε κομμάτι της κανονικότητας και του αναπτυγμένου κόσμου και όχι απλώς των θερμών ζωνών. Η Ουκρανία έκανε την Ευρώπη να σκέφτεται ότι ο 20ος αιώνας είναι λιγότερο μακρινός από ό,τι θα ήθελαν να πιστέψουν κυβερνήσεις αλλά και κοινωνίες. Η Γάζα έδειξε ότι η διεθνής κοινότητα μπορούσε να ανεχτεί μια γενοκτονία όταν η χώρα που τη διέπραττε είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος στο Ιράν, που αποφάσισαν μονομερώς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, με τον ασαφή ορίζοντα για το τέλος του, προκαλεί ήδη μεγάλα προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία και κίνδυνο αποσταθεροποίησης μιας ολόκληρης περιοχής, ενώ οι αντιδράσεις κατατείνουν όχι στην προσπάθεια ειρήνευσης, αλλά στην εντεινόμενη προετοιμασία των κοινωνιών για πόλεμο, με τις εικόνες από την Τεχεράνη και το Τελ Αβίβ να συνοδεύονται από την υπόρρητη υπόμνηση «σύντομα κοντά σας».
Ολα αυτά καθιστούν εξαιρετικά καλοδεχούμενο το βιβλίο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου «Πολεμικός καπιταλισμός. Η δεύτερη εποχή των αυτοκρατοριών», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος. Από τους πιο σημαντικούς αναλυτές των διεθνών σχέσεων που διαθέτουμε, με μια συγγραφική παρουσία που αποδεικνύει ότι η δημοσιογραφία μπορεί να συνδυάζεται με την υψηλού επιπέδου θεωρητική ανάλυση, ο Παπακωνσταντίνου θέτει το βασικό επίδικο: «η στροφή προς τον μιλιταρισμό δεν οφείλεται στα καπρίτσια ή τον καιροσκοπισμό της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, της μιας ή της άλλης πολιτικής ηγεσίας, αλλά σε έναν συνδυασμό βαθύτερων αλλαγών τόσο στην πολιτική οικονομία του σύγχρονου καπιταλισμού, όσο και στις τεκτονικές πλάκες του γεωπολιτικού ανταγωνισμού».
Το ρήγμα και η πρόκληση
Ξεκινώντας από τον απόηχο της νέας καταστροφής στη Γάζα και τα σχεδίων για μετατροπή της σε τεράστιο οικόπεδο προς εκμετάλλευση, ο Παπακωνσταντίνου υπενθυμίζει ότι η Παλαιστίνη υπήρξε το μεγάλο πειραματικό εργαστήριο για τις σύγχρονες πρακτικές απαρτχάιντ, τη νέα πολεοδομία των ταξικών διαχωρισμών, αλλά και την τεχνολογία της γενικευμένης επιτήρησης, που δοκιμάστηκε πάνω στους Παλαιστίνιους, γεύσης της οποίας πήραμε και στη χώρα μας με το σκάνδαλο των υποκλοπών. Από την άλλη, ο πόλεμος στην Ουκρανία, επικαθορισμένος από τον οξυμένο ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία, ιδίως από τη στιγμή που πρωτίστως η Δύση τον είδε ως πόλεμο δι’ αντιπροσώπων, δημιούργησε νέα διλήμματα, ιδίως ανάμεσα σε όσους τον κρίνουν πια περισσότερο κοστοβόρο από όσο μπορούν να ανεχτούν και όσους επιμένουν ότι τυχόν ειρηνευτική διαδικασία κοντά στους ρωσικούς όρους θα σημαίνει τελικά ήττα για τη Δύση.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχει οδηγήσει σε ένα χωρίς προηγούμενο ρήγμα στην Ατλαντική Συμμαχία και μια πρόκληση για την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κάθε άλλο προετοιμασμένες ήταν. Η αντίδρασή τους παίρνει τη μορφή ενός νέου ευρωπαϊκού μιλιταρισμού, με έμφαση στην οικοδόμηση αποτελεσματικότερων στρατιωτικών δυνατοτήτων, χωρίς παρ’ όλα αυτά να είναι σαφής στρατηγική, με τον Παπακωνσταντίνου να παρατηρεί ότι «η Ευρώπη κινδυνεύει να καθηλωθεί σε ρόλο κομπάρσου, σε μια διεθνή σκηνή όπου θα κυριαρχεί η αναμέτρηση της αμερικανικής υπερδύναμης με τον μόνο επικίνδυνο, αυτή τη στιγμή ανταγωνιστή της, την Κίνα».
Η άνοδος της Κίνας
Ο Παπακωνσταντίνου χαρτογραφεί την άνοδο της Κίνας, τη σταδιακή μετατροπή της σε υπερδύναμη αλλά και τις αντιφάσεις του κινεζικού καπιταλισμού. Περιγράφει, επίσης, τις κλιμακούμενες μορφές του ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ, την προσπάθεια να μπορέσει να πετύχει οικονομική πρωτοκαθεδρία αλλά και τεχνολογική πρωτοπορία, αλλά και την έμφαση σε έναν αυξημένο γεωπολιτικό ρόλο. Την ίδια στιγμή επισημαίνει τον τρόπο που ο ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή λειτουργεί ως καταλύτης σε κάθε αντιπαράθεση στον πλανήτη.
Οι ΗΠΑ παραμένουν σε αυτό το τοπίο η ισχυρότερη δύναμη, καθώς διατηρούν «την ηγεμονία σε κρίσιμα πεδία αυτοκρατορικής ισχύος: στον έλεγχο του παγκόσμιου χρήματος, των δρόμων μεταφοράς ενέργειας, όπως και στη σφαίρα του πολιτισμού», την ώρα που το αδιαμφισβήτητο πεδίο υπεροχής τους είναι η στρατιωτική ισχύς. Ωστόσο, εμφανίζονται στοιχεία οικονομικής στασιμότητας, βάθεμα των εσωτερικών κοινωνικών και πολιτισμικών διαιρέσεων και συγκρούσεων, αλλά και μια στρατηγική αδυναμία να προτείνουν ένα συνεκτικό σχέδιο για τον κόσμο.






