Σε τροχιά επικίνδυνης κλιμάκωσης εισέρχεται εκ νέου η Μέση Ανατολή, καθώς η πρόσφατη αναζωπύρωση των στρατιωτικών πληγμάτων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συμπίπτει με τις νέες αξιώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τροποποιήσεις στο προσχέδιο της συμφωνίας τερματισμού των εχθροπραξιών.
Η Ουάσιγκτον προχώρησε το Σαββατοκύριακο σε αεροπορικές επιδρομές που χαρακτήρισε ως «νόμιμη άμυνα» εντός της ιρανικής επικράτειας, την ίδια ώρα που ο Λευκός Οίκος επέστρεφε το κείμενο της διαπραγμάτευσης με διορθώσεις, με στόχο την παράταση της υφιστάμενης εκεχειρίας και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), οι στοχευμένες αμερικανικές επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκαν το Σάββατο και την Κυριακή γύρω από την πόλη Γκερούκ και στο νησί Κεσμ.
Οι επιθέσεις έπληξαν ιρανικά ραντάρ, συστήματα αεράμυνας, έναν επίγειο σταθμό ελέγχου και δύο drones αυτοκτονίας, ως άμεση απάντηση στην κατάρριψη αμερικανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους MQ-1 πάνω από διεθνή ύδατα.
Από την πλευρά τους, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) του Ιράν ισχυρίστηκαν ότι οι ΗΠΑ έπληξαν πύργο τηλεπικοινωνιών και απάντησαν με εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων στο Κουβέιτ.
Η κρατική τηλεόραση του Ιράν μάλιστα μετέδωσε πλάνα από την εκτόξευση, στα οποία διακρινόταν ένα αυτοκόλλητο πάνω στο σώμα του πυραύλου που απεικόνιζε τον Ντόναλντ Τραμπ με μώλωπες και τη φράση «Μέχρι να φύγει και ο τελευταίος Αμερικανός στρατιώτης από την περιοχή».
Σοβαρή η επίθεση των Ιρανών
Νεότερες πληροφορίες αποκαλύπτουν ότι η ιρανική επίθεση με τακτικό βαλλιστικό πύραυλο Fateh-110 εναντίον της αεροπορικής βάσης Αλί Αλ Σάλεμ στο Κουβέιτ αποδείχθηκε σημαντικά πιο σοβαρή.
Αν και η αεράμυνα αναχαίτισε το βλήμα, τα συντρίμμια που κατέπεσαν προκάλεσαν τον τραυματισμό πέντε Αμερικανών στρατιωτών και συμβασιούχων.
Παράλληλα, από το ωστικό κύμα καταστράφηκε ολοσχερώς ένα υπερσύγχρονο αμερικανικό drone MQ-9 Reaper, ενώ ένα δεύτερο υπέστη σοβαρές ζημιές, με το συνολικό κόστος της απώλειας να αγγίζει τα 60 εκατομμύρια δολάρια.
Παράλληλα, η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω καθώς το πολεμικό σκηνικό παραμένει ενεργό και σε άλλα μέτωπα της περιοχής.
Παρά την ονομαστική εκεχειρία, οι συγκρούσεις μεταξύ του Ισραήλ και της οργάνωσης Χεζμπολάχ του Λιβάνου—η οποία υποστηρίζεται σθεναρά από το Ιράν—έχουν κλιμακωθεί, με το Ισραήλ να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του βαθύτερα στο λιβανέζικο έδαφος και τη Χεζμπολάχ να συνεχίζει τις επιθέσεις με drones.
Αυτές οι συνεχείς εκατέρωθεν επιθέσεις δοκιμάζουν τις αντοχές της εύθραυστης εκεχειρίας που τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο, αυξάνοντας τον κίνδυνο ενός πλήρους εκτροχιασμού των διπλωματικών επαφών.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρίσκεται ένα μνημόνιο συναντίληψης για την οριστική παύση των εχθροπραξιών.
Ο πρόεδρος Τραμπ εξέφρασε την αισιοδοξία του, σημειώνοντας ότι η Τεχεράνη επιθυμεί μια συμφωνία, η οποία ωστόσο πρέπει να είναι επωφελής για τις ΗΠΑ.
Αν και οι ακριβείς αλλαγές που ζητά δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Τραμπ επιμένει σε αυστηρότερη διατύπωση αναφορικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Επιπλέον, εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός ως προς το μέγεθος της οικονομικής ελάφρυνσης που θα παραχωρηθεί στο Ιράν, θέλοντας να αποφύγει συγκρίσεις με τη συμφωνία της περιόδου Ομπάμα.
Η ιρανική ηγεσία, πάντως, διατηρεί στάση βαθιάς δυσπιστίας.
Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ξεκαθάρισε ότι καμία συμφωνία δεν θα επικυρωθεί εάν δεν διασφαλιστούν πλήρως τα «δικαιώματα» του Ιράν, τονίζοντας ότι η Τεχεράνη απαιτεί απτά ανταλλάγματα για να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της.
Την ίδια στιγμή, Αμερικανοί νομοθέτες εκφράζουν σκεπτικισμό για την πρακτική εφαρμογή της συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ δεν αρκεί για να εξουδετερώσει την ικανότητα του Ιράν να προκαλεί ασύμμετρες απειλές μέσω ναρκών και drones στον κρίσιμο θαλάσσιο διάδρομο των Στενών του Ορμούζ.