Στον απόηχο της επίσημης εισόδου δύο νέων κομμάτων στον πολιτικό στίβο, στο κυβερνητικό στρατόπεδο τρέχουν με μια επιχείριση «αποδόμησης» ως πρώτη στρατηγική αντιμετώπισής τους. Παρότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει να βάζει στα νέα κόμματα ως κοινό παρονομαστή ότι το «μόνο που λένε είναι να “φύγει η κυβέρνηση” αλλά αυτό δεν είναι εναλλακτική πολιτική πρόταση», διαφέρουν σε ένταση και σε περιεχόμενο οι γαλάζιες επιθέσεις προς την ΕΛΑΣ (Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη) του Αλέξη Τσίπρα και προς την Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού. Αναμενόμενο και μόνο επειδή ο πρώτος είναι αντίπαλος του Μητσοτάκη από τα παλιά, ενώ η δεύτερη λειτουργεί περισσότερο ως αστάθμητος παράγοντας.
Έξω από τα πρωθυπουργικά, καυστικά σχόλια («αυτόκλητοι σωτήρες», «επανεμφανιζόμενοι πρωταγωνιστές με άλλο προσωπείο») μένει προς το παρόν ο Αντώνης Σαμαράς, όσο κι αν στο γαλάζιο παρασκήνιο συζητιέται ζωηρά η προοπτική κίνησης εκ μέρους του. Ο ίδιος ετοιμάζει νέα παρέμβαση από την Κρήτη στις 5 Ιουνίου, ενώ εκτιμάται ότι αν υπάρξει πράγματι κόμμα Σαμαρά και άρα μια αναδιάταξη του σκηνικού και στο δεξιό φάσμα, αυτή θα γίνει πιο κοντά στον χρόνο των εκλογών.
Νεοδημοκρατικές φωνές
Στο Μαξίμου θα επιδιώκουν συνεχώς συγκρίσεις με τους αντιπάλους τους – πρωτίστως προγραμματικές (και ιδίως με ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ) αλλά και σε επίπεδο «συνέπειας» λόγου – έργων. Πιστεύουν ότι, μετά και τη δημιουργία νέων κομμάτων, οι διαγκωνισμοί στην αντιπολίτευση (κυρίως μεταξύ Νίκου Ανδρουλάκη και Αλέξη Τσίπρα) θα ενισχύουν το δικό τους μότο περί «σιγουριάς» και «σχεδίου για την επόμενη μέρα» στα μάτια μετριοπαθέστερων ψηφοφόρων.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή καταγράφονται νεοδημοκρατικοί ψίθυροι. Φωνές μέσα και από την κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ ζητούν «προσοχή» και «αυτοσυγκράτηση» μπροστά στις εξελίξεις σε εποχή κρίσης εμπιστοσύνης των πολιτών και δεδομένης κυβερνητικής φθοράς.
«Πρέπει κι εμείς να…»
Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους οι βουλευτές της ΝΔ δεν κάνουν μόνο εκτιμήσεις για την αναδιαμόρφωση του κομματικού σκηνικού και για το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει ανατροπή στους πολιτικούς συσχετισμούς. Συζητούν κάτι ακόμα: ότι δεν υπάρχει περιθώριο για λάθη στη δική τους στρατηγική πριν κάτσει η σκόνη από τη δημιουργία των νέων κομμάτων αλλά και μετά, αφότου διαφανεί η δυναμική της κάθε πλευράς μέσα από τα γκάλοπ του επόμενου μήνα.
«Πρέπει κι εμείς να αποφύγουμε εκφράσεις και κινήσεις αλαζονείας. Ο κόσμος δεν θα συγχωρέσει πια την αυταρέσκεια» σχολιάζει βουλευτής της ΝΔ στην Αττική. Υπονοεί, για παράδειγμα, ότι δεν πρέπει να δοθεί στους πολίτες η εικόνα ότι «θέλουμε τον έναν αντίπαλο ή δεν θέλουμε τον άλλο». Συνάδελφος του στην περιφέρεια συμφωνεί. Παρότι παραδέχεται ότι η πόλωση «λειτουργεί πάντα» στην κατεύθυνση της κομματικής συσπείρωσης, την οποία έχει ανάγκη η ΝΔ, επισημαίνει ότι «η υποτίμηση είναι μεγάλη παγίδα, σημασία έχει πρώτα να είμαστε πειστικοί για το δικό μας όραμα».
Η δοσολογία
Στην κατεύθυνση αυτή κάποιοι προβληματίζονται για τη δοσολογία των γαλάζιων επιθέσεων προς πάσα κατεύθυνση. «Χρειάζεται προσοχή γιατί δεν αργεί να γυρίσει μπούμερανγκ μια βιαστική τακτική» αναφέρει κομματικό στέλεχος. Συμφωνεί στην τακτική της ΝΔ να φέρνει στο προσκήνιο το «παρελθόν Τσίπρα» ή να σπρώχνει (στα μάτια των κεντρώων) το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρουλάκη αριστερότερα, όμως προτάσσει την ανάγκη για «μέτρο» και για προοδευτικές επιθέσεις καθώς και τη σημασία η ΝΔ να ενισχύσει έγκαιρα το δικό της εκλογικό αφήγημα με διλήμματα κυβερνησιμότητας.
Πιστεύουν κάποιοι, για παράδειγμα, ότι δεν μπορεί να αποδώσει τα προσδοκόμενα αποτελέσματα ούτε αρκεί για πολύ μια διαρκής ανάσυρση εκ μέρους της ΝΔ του παρελθόντος από τη στιγμή που σήμερα υπάρχει η κόπωση των πολιτών και η φθορά του κυβερνώντος κόμματος από τη δεύτερη τετραετία.
Χαλαρές κομματικές ταυτίσεις
Με τα δημοσκοπικά ποσοστά της ΝΔ σε σοβαρή απόσταση από τον εκλογικό στόχο της αυτοδυναμίας, η πρωθυπουργική γραμμή είναι ότι «οι πολίτες θα ψηφίσουν για αυτά τα οποία θα κάνουμε, αλλά θα έχουμε άλλη αξιοπιστία αν έχουμε κάνει αυτά που υποσχεθήκαμε».
Και στο φόντο υπάρχουν οι επισημάνσεις των αναλυτών ότι διανύουμε εποχή με χαλαρές κομματικές ταυτίσεις, κάτι που επιτρέπει μετακινήσεις ψηφοφόρων, που μπορεί να μην είναι εύκολα προβλέψιμες. Εξού και οι γαλάζιοι αγωνιούν για τυχόν λάθη στην επιχείρηση ανάταξης δυνάμεων, που προϋποθέτει επαναπροσέγγιση ακροατηρίων με διαφορετικά χαρακτηριστικά σε περιβάλλον έκφρασης δυσαρέσκειας και απογοήτευσης.







