Η προέλευση του σιταριού αρτοποιίας (Triticum aestivum) παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της γεωργικής ιστορίας, ωστόσο νέα διεθνής έρευνα φαίνεται να φέρνει τους επιστήμονες πιο κοντά στην απάντηση.

Χρησιμοποιώντας γενετικές αναλύσεις και αρχαιολογικά ευρήματα φυτών, ομάδα ερευνητών εντόπισε την πιθανή περιοχή και περίοδο προέλευσης του πιο σημαντικού διατροφικού προϊόντος του κόσμου στη Νεολιθική εποχή, πριν από περίπου 8.000 χρόνια, στη Γεωργία του Νότιου Καυκάσου. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Proceedings of the National Academy of Sciences.

Το σιτάρι αρτοποιίας είναι η πιο διαδεδομένη ποικιλία σιταριού παγκοσμίως, καλύπτοντας περίπου το 95% της παραγωγής και κατανάλωσης. Προηγούμενες γενετικές μελέτες στα γονιδιώματα σύγχρονων φυτών και άγριων ποωδών ειδών είχαν υποδείξει τον Νότιο Καύκασο και την περιοχή της Κασπίας Θάλασσας ως πιθανούς τόπους όπου πραγματοποιήθηκε η πρώτη διασταύρωση εξημερωμένου σιταριού και άγριου αγριοσίτου. Από αυτή τη διασταύρωση προέκυψε το υβρίδιο που εξελίχθηκε στο σημερινό σιτάρι αρτοποιίας, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν μέχρι σήμερα σαφή φυσικά τεκμήρια.

Αναζητώντας αρχαίους σπόρους

Για να εντοπίσουν απομεινάρια αρχαίων φυτών, οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα εδάφους και καμένα υπολείμματα από τις ανασκαφές στα χωριά Gadachrili Gora και Shulaveris Gora της Γεωργίας, οικισμούς της λίθινης εποχής.

Η αναγνώριση καμένων σπόρων σιταριού αρτοποιίας είναι δύσκολη, καθώς μοιάζουν οπτικά με άλλες ποικιλίες, όπως το σκληρό σιτάρι. Οι επιστήμονες λοιπόν επικεντρώθηκαν στον εντοπισμό του ράχιου, του μικρού τμήματος του στελέχους που συγκρατεί τον κόκκο στο στάχυ και διαφέρει από είδος σε είδος.

Η ερευνητική ομάδα αναγνώρισε τμήματα ραχίου σιταριού αρτοποιίας από τα χαρακτηριστικά κυρτά τοιχώματα και τις λεπτές άκρες τους. Η ραδιοχρονολόγηση των κόκκων που βρέθηκαν κοντά στα στελέχη έδειξε ότι χρονολογούνται γύρω στο 5.800 έως 6.000 π.Χ.

«Τα ευρήματα αυτά παρέχουν κρίσιμη εμπειρική στήριξη για την περιοχή ως πρωταρχικό κέντρο πρώιμης εξημέρωσης του σιταριού αρτοποιίας», σημειώνουν οι ερευνητές. «Η ταυτοποίηση σιταριού αρτοποιίας στα αρχαιότερα στρώματα… εντάσσεται στο χρονολογικό και γεωγραφικό πλαίσιο που προτείνουν τα γενετικά δεδομένα».

Καλλιέργεια και οινοπαραγωγή

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι νεολιθικοί πληθυσμοί του Νότιου Καυκάσου που ζούσαν στους συγκεκριμένους οικισμούς ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένοι αγρότες. Πιθανότατα εφάρμοζαν μια μορφή περιστροφικής καλλιέργειας, μετακινούμενοι σε νέες περιοχές όταν το έδαφος γύρω από το χωριό εξαντλούνταν και επιστρέφοντας αργότερα, αφού είχε ανακτήσει τη γονιμότητά του.

Οι ίδιοι αυτοί πληθυσμοί φαίνεται πως συνέβαλαν όχι μόνο στην εξημέρωση του σιταριού, αλλά και στην απαρχή της οινοπαραγωγής. Αναλύσεις χημικών καταλοίπων σε αγγεία από τις ίδιες τοποθεσίες δείχνουν ενδείξεις πρώιμης παραγωγής κρασιού που χρονολογείται πριν από 8.000 χρόνια.