Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Lund στη Σουηδία έλυσαν ένα μακροχρόνιο μυστήριο της αιματολογίας, ρίχνοντας φως στο γιατί άνθρωποι με την ίδια ομάδα αίματος μπορεί να έχουν διαφορετικά επίπεδα βασικών μορίων στα ερυθρά αιμοσφαίριά τους. Η ανακάλυψη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Communications το 2023, αναμένεται να βελτιώσει την ασφάλεια των μεταγγίσεων και να αποκαλύψει νέους μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού απέναντι στις ασθένειες.

Οι ερευνητές εξηγούν ότι οι ομάδες αίματος δεν καθορίζονται μόνο από το αν κάποιος είναι τύπου A, B, AB ή O, αλλά και από τον αριθμό των αντιγόνων που υπάρχουν στην επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Τα αντιγόνα βοηθούν το ανοσοποιητικό σύστημα να ξεχωρίζει το «δικό» από το «ξένο», γεγονός που καθιστά απαραίτητη την ακριβή αντιστοίχιση στις μεταγγίσεις.

Μέχρι σήμερα ήταν γνωστά τα γονίδια που παράγουν τα αντιγόνα, όχι όμως γιατί τα επίπεδά τους διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ ατόμων με την ίδια ομάδα αίματος. Η ομάδα του καθηγητή Martin L. Olsson, ειδικού στην Ιατρική των Μεταγγίσεων στο Πανεπιστήμιο Lund και συμβούλου στην Κλινική Ανοσολογία και Ιατρική Μεταγγίσεων της Περιφέρειας Skåne, εντόπισε την απάντηση.

«Αν υπάρχουν μόνο μερικές εκατοντάδες μόρια ομάδων αίματος ανά κύτταρο, αντί για χιλιάδες ή εκατομμύρια, τότε υπάρχει κίνδυνος να μην εντοπιστούν σε έναν έλεγχο συμβατότητας, κάτι που μπορεί να επηρεάσει την ασφάλεια μιας μετάγγισης», εξήγησε ο Olsson.

Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν όχι στα ίδια τα γονίδια, αλλά στον τρόπο που αυτά ρυθμίζονται. Με τη βοήθεια μιας νέας υπολογιστικής μεθόδου, που ανέπτυξε η υποψήφια διδάκτωρ Gloria Wu, χαρτογράφησαν περίπου 200 θέσεις σύνδεσης πρωτεϊνών-ρυθμιστών (transcription factors) σε 33 γονίδια ομάδων αίματος. Έτσι μπόρεσαν να προβλέψουν πού η δραστηριότητα ενός γονιδίου μπορεί να μεταβάλλεται, κάτι που συχνά διαφεύγει από τους κλασικούς γενετικούς ελέγχους.

Η μέθοδος δοκιμάστηκε στην πιο αινιγματική περίπτωση της ιατρικής των μεταγγίσεων: την ομάδα αίματος Helgeson. Περίπου το 1% του πληθυσμού φέρει αυτή τη σπάνια παραλλαγή, που χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα της πρωτεΐνης CR1, κρίσιμης για την άμυνα του οργανισμού. Για δεκαετίες, η γενετική αιτία της παρέμενε άγνωστη.

Η ανάλυση αποκάλυψε ότι η παραλλαγή Helgeson οφείλεται σε μια μικροσκοπική αλλαγή στη θέση όπου θα έπρεπε να συνδέεται ένας παράγοντας μεταγραφής. Επειδή η πρωτεΐνη δεν προσκολλάται σωστά, το γονίδιο CR1 ενεργοποιείται ασθενώς, οδηγώντας σε μειωμένα επίπεδα του μορίου στα ερυθρά αιμοσφαίρια.

Εξελικτικά οφέλη και προστασία από ασθένειες

«Το γονίδιο πλέον λειτουργεί σε χαμηλότερη ένταση. Διαπιστώσαμε ότι η γενετική αυτή παραλλαγή είναι συχνότερη στους αιμοδότες της Ταϊλάνδης σε σχέση με τους Σουηδούς, κάτι που έχει νόημα, αφού γνωρίζουμε πως τα χαμηλότερα επίπεδα CR1 παρέχουν προστασία έναντι της ελονοσίας», ανέφερε ο Olsson.

Τα χαμηλά επίπεδα CR1 δυσκολεύουν τα παράσιτα της ελονοσίας να εισέλθουν στα ερυθρά αιμοσφαίρια, γεγονός που εξηγεί γιατί η παραλλαγή είναι πιο κοινή σε περιοχές με έντονη παρουσία της νόσου, όπως η Νοτιοανατολική Ασία. Έτσι, ένα χαρακτηριστικό που περιπλέκει τις μεταγγίσεις μπορεί παράλληλα να προσφέρει εξελικτικό πλεονέκτημα.

«Με βάση τα νέα δεδομένα μπορούμε να βελτιώσουμε τα εργαστηριακά τεστ. Στόχος μας είναι να ενημερώσουμε το υπάρχον DNA-based chip που χρησιμοποιείται στις εξετάσεις ομάδων αίματος, ώστε να περιλαμβάνει τη νέα παραλλαγή και να καταστεί ασφαλέστερη η διάγνωση», δήλωσε η Wu.

Νέα δεδομένα και προοπτικές

Το 2024, έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Transfusion Medicine and Hemotherapy έδειξε ότι παρόμοιες ρυθμιστικές μεταβολές μπορούν να επηρεάσουν και την ομάδα αίματος RhD, εντοπίζοντας μια νέα μετάλλαξη που μειώνει δραστικά την έκφραση του RhD.

Άλλη μελέτη στο περιοδικό Transfusion επέκτεινε την υπολογιστική μεθοδολογία συνδυάζοντας δεδομένα σύνδεσης παραγόντων μεταγραφής με επιγενετικούς δείκτες και χάρτες χρωματίνης. Οι επιστήμονες εντόπισαν 814 πιθανούς ρυθμιστικούς τόπους σε 47 γονίδια ομάδων αίματος, επιβεβαιώνοντας ότι συνδυασμοί παραγόντων όπως οι GATA1 και KLF1 ελέγχουν τη δραστηριότητα των γονιδίων.

«Πλέον, η έρευνά μας αξιοποιεί συνδυαστικά εργαλεία πρόβλεψης που μας καθοδηγούν στα κατάλληλα πειράματα στο εργαστήριο. Η επόμενη πρόκληση είναι να κατανοήσουμε καλύτερα τη λειτουργία των ομάδων αίματος, συνδέοντας τα γενετικά δεδομένα με τον τρόπο που διαφορετικές ασθένειες επηρεάζουν τους ανθρώπους ανάλογα με την ομάδα αίματός τους», κατέληξε ο Olsson.