1. Η ανάγκη για κανόνες και δημοκρατική λειτουργία
Στις συζητήσεις της κοινωνίας διαμορφώνεται ένας κοινός τόπος: Χρειαζόμαστε μια οικονομία με κανόνες. Μια οικονομία που στηρίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Και όλα αυτά προϋποθέτουν ένα κράτος προσβάσιμο σε όλους.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο ρόλος του κράτους υποχωρεί. Περιορίζεται στην καταστολή και αποσύρεται από τη διαμόρφωση κανόνων.
Αυτό είναι κρίσιμο. Χωρίς κανόνες που να επιτρέπουν ουσιαστικό πολιτικό ανταγωνισμό σε προτάσεις διακυβέρνησης, δεν υπάρχει διέξοδος από την κρίση.
Η δημοκρατία απαιτεί συμμετοχή. Οι κανόνες πρέπει να διαμορφώνονται με τη συμβολή της κοινωνίας. Οι πολίτες θέλουν να εμπιστεύονται το κράτος — και αυτό χτίζεται από κοινωνικές πλειοψηφίες.
Σήμερα υπάρχει βαθύ χάσμα. Μεταξύ κοινωνίας και πολιτικού συστήματος. Το πολιτικό σύστημα δείχνει να λειτουργεί στον «αυτόματο πιλότο» των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων.
Τα κόμματα εγκλωβίζονται σε εσωτερικές ισορροπίες ή σε ασαφείς εξουσιοδοτήσεις ηγετικών ομάδων.
Την ευθύνη φέρουν οι ελίτ. Όταν αποτυγχάνουν, ενισχύουν την απαξίωση, τον θυμό και τις ακραίες φωνές.
Η απάντηση είναι σαφής: Αξιοκρατία, εντιμότητα και επιστροφή της πολιτικής στην κοινωνία. Ένα κράτος προσβάσιμο και ταυτόχρονα ελεγχόμενο από όλους.
2. Η υποχώρηση του κράτους και οι συνέπειες
Το κράτος οφείλει να προστατεύει τους πολίτες: Από ανεργία, φτώχεια, ασθένεια και ανασφάλεια.
Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Η δημόσια διοίκηση απαξιώνεται. Η αυτοδιοίκηση εξαρτάται από κεντρικές εγκρίσεις για βασικούς πόρους. Οι περιφέρειες αποδυναμώνονται και ερημώνουν. Κρίσιμες αποφάσεις μεταφέρονται σε ιδιώτες συμβούλους. Με αδιαφάνεια και εξάρτηση.
Η πολιτική , από εργαλείο επίλυσης προβλημάτων, μετατρέπεται σε επάγγελμα. Αυτό απομακρύνει την κοινωνία και αλλοιώνει τον ρόλο της διακυβέρνησης.
Την ίδια στιγμή, τα βασικά δημόσια αγαθά — παιδεία, υγεία, ασφάλιση, πρόσβαση στην τεχνολογία — δεν διασφαλίζονται ισότιμα.
Το αποτέλεσμα είναι σαφές: Σπατάλη πόρων και προσαρμογή των πολιτικών στις ανάγκες ισχυρών οικονομικών κύκλων.
Τα μνημόνια μείωσαν τα ελλείμματα. Δεν άλλαξαν το παραγωγικό μοντέλο. Αντίθετα, ενίσχυσαν έναν μηχανισμό εξουσίας με περιορισμένο δημοκρατικό έλεγχο.
Η παραγωγική βάση της χώρας συρρικνώνεται. Οι παραγωγικοί συντελεστές πιέζονται. Χάνονται ευκαιρίες για τον ρόλο της χώρας στην Ευρώπη και την περιοχή.
Η «ανάπτυξη» γίνεται άνιση. Ο πλούτος συγκεντρώνεται σε λίγους. Οι ανισότητες διευρύνονται, ενώ ο πληθυσμός γηράσκει.τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας εγκαταλείπονται ..
3. Πολιτικό σύστημα και ανάγκη για διέξοδο
Το πολιτικό περιβάλλον , με εξαιρέσεις, υστερεί. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εξαντλούνται στον ΑντιμΜητσοτακισμο .και όλα αυτά σε μια περίοδο μετάβασης από τον δικομματισμό σε έναν νέο διπολισμό, γίνεται εμφανές ότι λείπει ένα συνεκτικό σχέδιο.
Οι κομματικοί μηχανισμοί επικεντρώνονται στη διατήρηση της ισχύος τους. Όχι στις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας.
Αυτό οδηγεί τους πολίτες σε απογοήτευση. Σε αποχή ή τιμωρητική ψήφο — όχι σε ουσιαστική πολιτική αλλαγή. Έτσι, η κρίση διαιωνίζεται.
Χρειάζεται καθαρή διέξοδος. Με σαφείς πολιτικές επιλογές, κοινωνικές συμμαχίες και εναλλακτικά σχέδια διακυβέρνησης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Ποιοι θα στηρίξουν την ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης, με δίκαιη συμμετοχή όλων και ισότιμη πρόσβαση σε πόρους και γνώση;
Ποιοι δεσμεύονται για ένα κράτος υπέρ των πολλών; Για καθολική πρόσβαση στα δημόσια αγαθά;
Ποιοι μπορούν να ενισχύσουν τον ρόλο της χώρας ως γέφυρα ειρήνης, συνεργασίας και ανάπτυξης στην Ευρώπη;
Και με ποιες συμμαχίες θα προχωρήσει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση;
Συμπέρασμα: Ζητουμενο και κριτήριο της κοινωνικής αντιπολίτευσης θα γίνεται :
Η ουσιαστική συμβολή στις διεργασίες πολιτικής αλλαγής. Σε αντίθετη περίπτωση θα κυριαρχεί η …αποστροφή …