Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο ότι στην ενέργεια το πρόβλημα δεν είναι μόνο η τιμή, αλλά και η αβεβαιότητα. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η τρέχουσα κρίση έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, με σοβαρές επιπτώσεις στις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, στις τιμές του αργού και κυρίως στα καύσιμα που επηρεάζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που παραμένει έντονα εξαρτημένη από εισαγόμενο πετρέλαιο από τη Μέση Ανατολή, αυτή η αναταραχή δεν είναι μια μακρινή γεωπολιτική είδηση. Είναι άμεσος παράγοντας ακρίβειας.
Αυτό ακριβώς φωτίζει και πρόσφατη επιστημονική έρευνα του Κέντρου Μελετών και Εκπαίδευσης Χρηματοοικονομικής του ΕΚΠΑ με τίτλο “OPEC news and oil tail risk” και συγγραφείς τους Δημήτριο Καινούργιο, Κωνσταντίνο Γκίλλα, Σπύρο Παπαθανασίου και Μαρία Ταντούλα. Το βασικό της εύρημα είναι ότι οι αποφάσεις του OPEC, και ιδιαίτερα οι αποφάσεις για μείωση της παραγωγής, δεν επηρεάζουν απλώς την κατεύθυνση των τιμών. Αυξάνουν συστηματικά τον «ακραίο κίνδυνο» στην αγορά πετρελαίου, δηλαδή την πιθανότητα απότομων και μεγάλων κινήσεων που ξεφεύγουν από την κανονική καθημερινή μεταβλητότητα. Αντίθετα, οι αυξήσεις παραγωγής και οι αποφάσεις διατήρησης ποσοστώσεων δίνουν πιο μικτή εικόνα, ενώ οι έκτακτες συνεδριάσεις συνδέονται συχνά με μεγαλύτερη νευρικότητα, ακριβώς επειδή εκπέμπουν μήνυμα επείγοντος και αβεβαιότητας.
Αν μεταφέρουμε αυτό το συμπέρασμα στο σημερινό περιβάλλον, το μήνυμα είναι σαφές. Σε μια συγκυρία πολεμικής έντασης, με σοβαρές διαταραχές στη διεθνή προσφορά, κάθε σήμα από τον OPEC και ευρύτερα από τους μεγάλους παραγωγούς αποκτά μεγαλύτερο βάρος από ό,τι σε «κανονικές» περιόδους. Η αγορά δεν αναρωτιέται μόνο αν θα λείψουν βαρέλια. Αναρωτιέται πόσο απότομα μπορεί να αλλάξουν οι συνθήκες μέσα σε λίγες ημέρες. Η δική μας ανάλυση δείχνει ότι ακριβώς σε τέτοιες συνθήκες τα σήματα περιορισμού προσφοράς τροφοδοτούν δυσανάλογα τον φόβο ακραίων κινήσεων. Πρόκειται για μια ερμηνεία που ταιριάζει ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία, όπου η IEA καταγράφει ιστορικού μεγέθους διαταραχή και οι αγορές ενσωματώνουν ταυτόχρονα γεωπολιτικό και ενεργειακό κίνδυνο.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η ακρίβεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως πρόβλημα λιανικής τιμής στην αντλία. Είναι και πρόβλημα έκθεσης της οικονομίας σε εξωτερικά σοκ. Ήδη η κυβέρνηση έχει κινηθεί με προσωρινές παρεμβάσεις: επιδοτήσεις για καύσιμα, λιπάσματα και ακτοπλοϊκά εισιτήρια, πλαφόν στα περιθώρια κέρδους στα καύσιμα και στήριξη για βιομηχανίες και μικρότερες επιχειρήσεις με υψηλό ενεργειακό κόστος. Αυτές οι κινήσεις είναι χρήσιμες ως γραμμή άμυνας, ιδίως όταν η διεθνής αναταραχή μεταφέρεται γρήγορα στις τιμές.
Όμως η εμπειρία δείχνει ότι οι οριζόντιες επιδοτήσεις δεν αρκούν και συχνά κοστίζουν ακριβά δημοσιονομικά. Η IEA επισημαίνει ότι, σε τέτοιες κρίσεις, οι κυβερνήσεις οφείλουν να προστατεύουν κυρίως τους πιο ευάλωτους και να συνδυάζουν τη στήριξη με μέτρα εξοικονόμησης κατανάλωσης πετρελαίου. Με άλλα λόγια, η σωστή απάντηση δεν είναι να επιχειρήσουμε να «νικήσουμε» τη διεθνή τιμή, αλλά να μειώσουμε την έκθεση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε αυτήν. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει πιο στοχευμένη ενίσχυση στα χαμηλότερα εισοδήματα, στους κατοίκους νησιωτικών περιοχών, στους επαγγελματίες με υψηλό μεταφορικό κόστος και στις μικρές επιχειρήσεις που δεν έχουν περιθώρια να απορροφήσουν άλλη αύξηση.
Υπάρχει όμως και δεύτερο επίπεδο παρέμβασης, ίσως πιο σημαντικό: η μείωση της πετρελαϊκής εξάρτησης στην πράξη. Ο ίδιος ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός για την Ελλάδα μέσω του REPowerEU και του Ταμείου Ανάκαμψης δείχνει τη σωστή κατεύθυνση: περισσότερη αποθήκευση ενέργειας, ενίσχυση της αυτοπαραγωγής, ενεργειακές κοινότητες, επενδύσεις σε ενεργειακή απόδοση, ηλεκτρικές διασυνδέσεις νησιών, επιτάχυνση των ΑΠΕ και προώθηση καθαρότερων μεταφορών. Αυτές δεν είναι απλώς «πράσινες» πολιτικές. Είναι πολιτικές άμυνας απέναντι στην ακρίβεια. Όσο μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης καλύπτεται από εγχώρια και σταθερότερου κόστους ενέργεια, τόσο μικρότερη η μεταφορά του γεωπολιτικού σοκ στον οικογενειακό και επιχειρηματικό προϋπολογισμό.
Η IEA, μάλιστα, υπενθυμίζει ότι σε μια κρίση πετρελαίου υπάρχουν και άμεσες παρεμβάσεις χαμηλού κόστους: ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών, περιορισμός της άσκοπης χρήσης ΙΧ, car pooling, πιο αποδοτική οδήγηση, καλύτερη διαχείριση στόλων οχημάτων, ακόμη και μικρές αλλαγές που μειώνουν την κατανάλωση καυσίμων μέσα σε εβδομάδες. Σε μια χώρα με έντονη εξάρτηση από τις οδικές μεταφορές και με μεγάλο βάρος του τουρισμού και της ακτοπλοΐας, τέτοιες παρεμβάσεις δεν είναι αμελητέες. Αντίθετα, μπορούν να λειτουργήσουν ως άμεσο ανάχωμα μέχρι να αποδώσουν οι πιο δομικές αλλαγές.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή κρίση δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως ακόμα ένα επεισόδιο ανόδου του πετρελαίου. Πρέπει να διαβαστεί ως προειδοποίηση ότι, όταν η γεωπολιτική ένταση συναντά μια αγορά ήδη ευαίσθητη στα σήματα του OPEC, ο κίνδυνος γίνεται μη γραμμικός και επώδυνος. Η έρευνα μας δείχνει γιατί συμβαίνει αυτό: οι αγορές αντιδρούν πιο έντονα όταν βλέπουν σήματα περιορισμού προσφοράς και αβεβαιότητας. Η σημερινή συγκυρία στη Μέση Ανατολή κάνει αυτό το εύρημα πιο επίκαιρο από ποτέ. Για την Ελλάδα, η σωστή απάντηση είναι διπλή: στοχευμένη προστασία σήμερα και ταχύτερη απεξάρτηση από το εισαγόμενο πετρέλαιο αύριο.