Τρία χρόνια μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στο Σουδάν, η χώρα βιώνει τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση στον πλανήτη – και ταυτόχρονα μία από τις πιο αγνοημένες. Σε αντίθεση με άλλες συγκρούσεις, όπου οι απώλειες καταγράφονται έστω και κατά προσέγγιση, εδώ δεν υπάρχει ούτε καν ένας αξιόπιστος αριθμός νεκρών. Το μέγεθος της τραγωδίας παραμένει αόρατο, σχεδόν απροσδιόριστο.

Η σύγκρουση, που ξέσπασε στις 15 Απριλίου 2023 ανάμεσα στον τακτικό στρατό και τις παραστρατιωτικές Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF), ξεκίνησε από την πρωτεύουσα Χαρτούμ και εξαπλώθηκε ταχύτατα σχεδόν σε ολόκληρη τη χώρα. Σήμερα, ελάχιστες περιοχές έχουν μείνει ανεπηρέαστες, ενώ τα μέτωπα μεταβάλλονται συνεχώς, καθιστώντας αδύνατη κάθε σταθερότητα.

Οι καταγγελίες για εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι συνεχείς και σοκαριστικές: μαζικές εκτελέσεις, εθνοκαθάρσεις, σεξουαλική βία, βασανιστήρια και απαγωγές. Ιδιαίτερα στην περιοχή του Νταρφούρ, αναφέρονται σφαγές μεγάλης κλίμακας, με αποκορύφωμα την κατάληψη της πόλης Ελ Φάσερ, που χαρακτηρίζεται από διεθνείς οργανισμούς ως μία από τις πιο αιματηρές επιθέσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Ωστόσο, η άμεση βία είναι μόνο ένα μέρος της καταστροφής. Ο πόλεμος έχει διαλύσει τις βασικές δομές επιβίωσης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, περίπου 34 εκατομμύρια άνθρωποι –σχεδόν το 60% του πληθυσμού– χρειάζονται άμεση ανθρωπιστική βοήθεια. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σχετική κρίση παγκοσμίως.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προειδοποιούν ότι η κατάρρευση του συστήματος υγείας είναι σχεδόν ολοκληρωτική. Νοσοκομεία έχουν βομβαρδιστεί, λεηλατηθεί ή εγκαταλειφθεί, ενώ το 37% των υγειονομικών δομών δεν λειτουργεί. Ταυτόχρονα, επιδημίες όπως χολέρα, ιλαρά, ηπατίτιδα Ε και δάγκειος πυρετός εξαπλώνονται ανεξέλεγκτα, δημιουργώντας αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «τέλεια καταιγίδα».

Η πείνα έχει επίσης μετατραπεί σε όπλο πολέμου. Εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν ακραία επισιτιστική ανασφάλεια, με τις πιο ευάλωτες ομάδες –παιδιά και έγκυες γυναίκες– να πλήττονται δυσανάλογα. Σε αρκετές περιοχές έχουν ήδη κηρυχθεί λιμοί, ένα φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο σε παγκόσμιο επίπεδο τις τελευταίες δεκαετίες.

Παράλληλα, το Σουδάν αποτελεί τη μεγαλύτερη κρίση εκτοπισμού στον κόσμο. Περίπου εννέα εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους εντός της χώρας, ενώ άλλοι 4,5 εκατομμύρια έχουν καταφύγει σε γειτονικά κράτη όπως η Αίγυπτος, το Τσαντ και το Νότιο Σουδάν.

Η εκπαίδευση έχει επίσης καταρρεύσει. Περισσότερα από τα μισά σχολεία παραμένουν κλειστά, ενώ περίπου 13 εκατομμύρια παιδιά δεν φοιτούν. Μια ολόκληρη γενιά κινδυνεύει να χαθεί μορφωτικά, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μέλλον της χώρας.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η πρόσβαση στην ανθρωπιστική βοήθεια παρεμποδίζεται συστηματικά. Και οι δύο πλευρές της σύγκρουσης επιβάλλουν περιορισμούς, γραφειοκρατικά εμπόδια και ελέγχους που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη τη διανομή βοήθειας. Σε πολλές περιπτώσεις, η ίδια η γραφειοκρατία χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολέμου.

Παρά το μέγεθος της κρίσης, η διεθνής ανταπόκριση παραμένει ανεπαρκής. Το σχέδιο ανθρωπιστικής βοήθειας του ΟΗΕ για το 2026 έχει χρηματοδοτηθεί μόλις κατά ένα μικρό ποσοστό, αφήνοντας τεράστια κενά σε τρόφιμα, φάρμακα και βασικές υπηρεσίες.

Μέσα σε αυτό το κενό, καθοριστικό ρόλο παίζουν τοπικές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης. Ομάδες εθελοντών οργανώνουν συσσίτια, παρέχουν νερό και βοηθούν τους αμάχους να διαφύγουν από τις εμπόλεμες ζώνες. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι προσπάθειες βρίσκονται υπό πίεση, καθώς συχνά αντιμετωπίζουν διώξεις ή περιορισμούς.

Η περίπτωση του Σουδάν αποτελεί μια σκληρή υπενθύμιση: ακόμη και οι μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές μπορούν να περάσουν απαρατήρητες όταν δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής. Και όσο η αδιαφορία συνεχίζεται, η κρίση βαθαίνει – χωρίς αριθμούς, χωρίς φρένο και, για εκατομμύρια ανθρώπους, χωρίς διέξοδο.