Αρχαιολόγοι στη Δανία αποκάλυψαν έναν ναό ηλικίας 2.000 ετών, προσφέροντας μια μοναδική ματιά σε μια μυστηριώδη και ισχυρή κοινωνία της Εποχής του Σιδήρου που τον δημιούργησε.

Το Μουσείο της Κεντρικής Γιουτλάνδης (Museum Midtjylland) ανακοίνωσε την ανακάλυψη του ναού στο Hedegård, έναν αρχαίο χώρο που περιλαμβάνει το «μεγαλύτερο και πλουσιότερο ταφικό σύνολο της Σκανδιναβίας», σύμφωνα με την ιστοσελίδα του. Οι τελευταίες ανασκαφές ξεκίνησαν τον Αύγουστο.

Το Hedegård, κοντά στο Ejstrupholm βόρεια του ποταμού Skjern, έχει χαρακτηριστεί ως ο μεγαλύτερος οικισμός της Δανίας από την εποχή «γύρω από τη γέννηση του Χριστού», όπως αναφέρει το μουσείο.

Σε συνεργασία με τους ερευνητές των Museum Horsens και Moesgaard Museum, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν ίχνη μιας εκτεταμένης οχυρωμένης εγκατάστασης που λειτουργούσε ως περιφερειακό κέντρο εξουσίας κατά την Εποχή του Σιδήρου.

Ανάμεσα στα ευρήματα περιλαμβάνονται πολυτελή αντικείμενα, όπλα κελτικής προέλευσης και «αντικείμενα κύρους» από ρωμαϊκά εργαστήρια. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο οικισμός «άνθισε την περίοδο πριν από τη γέννηση του Χριστού».

Όπως σημειώνει το μουσείο, «τότε εμφανίζονται οι πλούσιοι τάφοι και οι πολυάριθμοι ταφικοί χώροι με όπλα στο νεκροταφείο βόρεια του χωριού».

Ο ναός του Hedegård

Το σημαντικότερο εύρημα της ανασκαφής ήταν ο ναός, με διαστάσεις περίπου 15 επί 16 μέτρα. Το κτίσμα είχε καταστραφεί από φωτιά, ωστόσο κάτω από το στρώμα καύσης εντοπίστηκαν ίχνη από «δύο φάσεις του ναού» που φωτίζουν την ιστορία του.

«Στο ακριβές κέντρο υπήρχε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα από πηλό διαστάσεων περίπου 1,8 επί 1,8 μέτρα», ανέφεραν οι υπεύθυνοι. «Στη νεότερη φάση χτίστηκε εδώ μια διακοσμημένη εστία, που κάλυπτε εν μέρει την παλαιότερη. Ο νεότερος ναός μετατοπίστηκε περίπου 75 εκατοστά βορειότερα, αλλά κατά τα άλλα ήταν σχεδόν πανομοιότυπος. Η παλαιότερη εστία έμεινε ανέπαφη – ο νέος ναός απλώς χτίστηκε πάνω της».

Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα δείχνουν ότι ο ναός λειτούργησε «τις δεκαετίες γύρω από τη γέννηση του Χριστού». Σύμφωνα με το μουσείο, «το κτίσμα πιθανότατα έμοιαζε με έναν ψηλό, σχεδόν τετράγωνο, πύργο με εξωτερική κιονοστοιχία, ενώ η εστία κυριαρχούσε στο εσωτερικό».

Ο ναός φαίνεται να είχε καθαριστεί προσεκτικά πριν καεί σκόπιμα, αφήνοντας ελάχιστα ευρήματα. Παρ’ όλα αυτά, βρέθηκαν δύο εξαιρετικές γυάλινες χάντρες, πιθανότατα κατασκευασμένες στη Μέση Ανατολή ή στην Αίγυπτο.

Ένα μοναδικό αρχαιολογικό σύνολο

Το Hedegård έχει τραβήξει το ενδιαφέρον των επιστημόνων ήδη από τη δεκαετία του 1980, όταν Δανοί αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ασυνήθιστα πλούσιους τάφους. «Παραμένει μοναδικό στην αρχαιολογία της Βόρειας Ευρώπης — μια πρώιμη και ασύγκριτη έκφραση στρατιωτικής, οικονομικής και θρησκευτικής ισχύος», ανέφερε η ανακοίνωση του μουσείου.

Ο επιμελητής αρχαιολογίας Martin Winther Olesen δήλωσε πως οι αρχαιολόγοι γνώριζαν εδώ και δεκαετίες ότι πρόκειται για «κάτι εντελώς διαφορετικό». «Όταν οι γεωφυσικές μας έρευνες αποκάλυψαν οχύρωση στο χωριό, ήταν σαφές ότι επρόκειτο για κάτι το εξαιρετικό», ανέφερε.

Ο Olesen χαρακτήρισε τον ναό ως παγανιστικό οικοδόμημα, που ανεγέρθηκε μεταξύ 50 π.Χ. και 50 μ.Χ. «Ο Χριστιανισμός δεν έφτασε στη Σκανδιναβία παρά σχεδόν 1.000 χρόνια αργότερα», πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι το Hedegård είχε «εκτεταμένες ξένες σχέσεις» και γνώση κελτικών και ρωμαϊκών αρχιτεκτονικών παραδόσεων.

Κέντρο εξουσίας της Εποχής του Σιδήρου

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο οικισμός υπήρξε ενεργός για περίπου τρεις γενιές πριν εξαφανιστεί. «Όλα τα δεδομένα αποδεικνύουν ότι το Hedegård διέθετε ό,τι χρειάζεται για να είναι ένα πρώιμο κέντρο εξουσίας της Εποχής του Σιδήρου», δήλωσε ο Olesen.

«Η τοποθεσία είναι στρατηγική και ελέγχει τον σημαντικότερο δρόμο της Γιουτλάνδης», πρόσθεσε. «Υπάρχει σαφής στρατιωτικοποίηση, τόσο στα όπλα όσο και στην κατασκευή των οχυρώσεων».

Ο ίδιος υπογράμμισε: «Υπάρχει πολιτική ελίτ, μνημειακή αρχιτεκτονική, τεχνίτες και εμπόριο, και — φυσικά — αποτελεί επίσης κέντρο λατρευτικών πρακτικών».

Ο Olesen ευχαρίστησε τους συνεργάτες του, λέγοντας ότι η ανακάλυψη κατέστη δυνατή χάρη στους «εξαιρετικά ταλαντούχους αρχαιολόγους και ερευνητές από τη Δανία και το εξωτερικό». «Είναι ένα μοναδικό προνόμιο να εργάζεσαι με ένα εύρημα που έχει διεθνή σημασία», κατέληξε.

Πηγή: New York Post