Όταν ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε με χαρακτηριστική άνεση στην πιθανότητα να σταλούν αμερικανικά «στρατεύματα στο έδαφος» του Ιράν, αμφισβήτησε ανοιχτά μια μακρόχρονη προεδρική παράδοση. «Όπως κάθε πρόεδρος λέει, “Δεν θα υπάρξουν στρατεύματα στο έδαφος”. Εγώ δεν το λέω», δήλωσε ο Τραμπ, εν μέσω των συνεχιζόμενων αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν.
Παρότι η πολιτική ρητορική στην Ουάσιγκτον παραπέμπει σε μια εκτεταμένη σύγκρουση, στρατιωτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η πραγματικότητα στο ανώμαλο ιρανικό έδαφος θα διαφέρει σημαντικά από μια παραδοσιακή εισβολή.
Ο συνταγματάρχης και στρατηγικός αναλυτής Νιντάλ Αμπού Ζεΐντ δήλωσε στο Al Jazeera ότι είναι απίθανο οι ΗΠΑ να εξετάζουν ένα σενάριο μαζικής χερσαίας εισβολής με άρματα και πεζικό. Αντίθετα, μίλησε για ένα διαφορετικό είδος πολέμου.
«Boots on the ground» ή επιχειρήσεις ακριβείας
Σε συνέντευξή του στη New York Post, ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ανάπτυξης χερσαίων δυνάμεων, εκφράζοντας παράλληλα εμπιστοσύνη στην τρέχουσα αεροπορική εκστρατεία, που φέρει την ονομασία επιχείρηση «Επική Οργή».
«Δεν έχω πρόβλημα με τα στρατεύματα στο έδαφος – όπως κάθε πρόεδρος λέει, “Δεν θα υπάρξουν στρατεύματα στο έδαφος”. Εγώ δεν το λέω», ανέφερε ο Τραμπ μετά τις επιθέσεις που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και δεκάδων άλλων αξιωματούχων. «Λέω ‘μάλλον δεν τα χρειαζόμαστε’, ή ‘αν είναι απαραίτητα’».
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ επιβεβαίωσε σε ενημέρωση στο Πεντάγωνο ότι δεν υπάρχουν αμερικανικά στρατεύματα εντός του Ιράν, χωρίς ωστόσο να αποκλείσει το ενδεχόμενο. «Δεν χρειάζεται να στείλεις 200.000 ανθρώπους και να μείνεις εκεί για 20 χρόνια», τόνισε.
Σύμφωνα με τον Αμπού Ζεΐντ, οι δηλώσεις Τραμπ και Χέγκσεθ συνάδουν με το δόγμα των λεγόμενων “pick-up” επιχειρήσεων. Πρόκειται για περιορισμένες αποστολές ειδικών δυνάμεων με στόχο στοχευμένα πλήγματα ή συλλογή πληροφοριών, και άμεση αποχώρηση.
Η παραδοσιακή εισβολή για κατάληψη εδαφών δεν θεωρείται βιώσιμη, εξήγησε ο αναλυτής, επικαλούμενος τη γεωγραφία και τη δημογραφία του Ιράν που προσφέρουν σημαντικό αμυντικό πλεονέκτημα. Υπενθύμισε επίσης ότι και το Ισραήλ έχει χαρακτηρίσει στο παρελθόν μια τέτοια επιχείρηση ανέφικτη.
Το «πυρηνικό πρόσχημα» και το χρονικό πλαίσιο
Ο Τραμπ αποκάλυψε ότι η απόφαση για τις κοινές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις ελήφθη μετά την κατάρρευση «τελικών συνομιλιών» στη Γενεύη. Όπως υποστήριξε, η αιτία ήταν πληροφορίες ότι το Ιράν είχε μεταφέρει κρυφά το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου σε «εντελώς διαφορετική τοποθεσία».
Τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι οι αμερικανικές επιθέσεις, γνωστές ως “Operation Midnight Hammer”, είχαν «εξαλείψει» γνωστές πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. «Ύστερα διαπιστώσαμε ότι εργάζονταν σε εντελώς διαφορετική περιοχή, για την κατασκευή πυρηνικού όπλου μέσω εμπλουτισμού – οπότε ήταν ώρα να δράσουμε», είπε.
Ο ίδιος ανέφερε ότι η επιχείρηση προχωρά «πολύ πιο γρήγορα από το προβλεπόμενο». Ενώ αρχικά είχε εκτιμήσει ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε τέσσερις εβδομάδες, δήλωσε πως ο βασικός στόχος –η εξουδετέρωση της ηγεσίας, με τη θανάτωση 49 κορυφαίων αξιωματούχων– επιτεύχθηκε μέσα σε μία ημέρα.
Ο Αμπού Ζεΐντ επεσήμανε ότι η αναφορά του Τραμπ σε τετράβδομο χρονοδιάγραμμα δεν είναι μόνο επιχειρησιακή αλλά και νομική. Σύμφωνα με το αμερικανικό Σύνταγμα, ο πρόεδρος δεν μπορεί να διεξάγει πόλεμο πέραν των 30 ημερών χωρίς έγκριση του Κογκρέσου.
Η «πυραυλική σύγκρουση» και ο πόλεμος προπαγάνδας
Παρά το σοβαρό πλήγμα στη διοικητική δομή του Ιράν, η Τεχεράνη συνέχισε να απαντά. Σύμφωνα με τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, τουλάχιστον έξι Αμερικανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί στις μάχες.
Ταυτόχρονα, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης υποστήριξε ότι εκτόξευσε τέσσερις πυραύλους cruise κατά του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln, που επιχειρεί κοντά στα ιρανικά ύδατα. Ο Αμπού Ζεΐντ χαρακτήρισε τον ισχυρισμό αυτό «προπαγάνδα» με στόχο το ηθικό και το κύρος του αμερικανικού στρατού.
Όπως εξήγησε, το αεροπλανοφόρο προστατεύεται από προηγμένα συστήματα RIM-116 Rolling Airframe Missile και συνοδευτικά αντιτορπιλικά, ενώ αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης AWACS διατηρούν συνεχή επιτήρηση, καθιστώντας εξαιρετικά απίθανες μη ανιχνεύσιμες εκτοξεύσεις.
Περίπου 72 ώρες μετά την έναρξη των συγκρούσεων, ο Αμπού Ζεΐντ παρατήρησε μείωση στην ένταση των ιρανικών επιθέσεων, αποδίδοντάς την πιθανώς στην καταστροφή εκτοξευτήρων. Αν και το Ιράν διαθέτει περίπου 3.000 βαλλιστικούς πυραύλους, στηρίζεται σε λίγες εκατοντάδες πλατφόρμες εκτόξευσης, των οποίων η απώλεια είναι κρίσιμη.
Εσωτερικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ
Παρά τη στρατιωτική δυναμική, ο Τραμπ αντιμετωπίζει έντονο σκεπτικισμό στο εσωτερικό. Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos έδειξε ότι μόλις το 27% των Αμερικανών εγκρίνει τις επιθέσεις, ενώ έρευνα του CNN/SSRS ανεβάζει το ποσοστό στο 41%.
Ο Τραμπ απέρριψε τα στοιχεία, υποστηρίζοντας ότι μια «σιωπηλή πλειοψηφία» στηρίζει την προληπτική δράση για να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικών όπλων από «τρελούς ανθρώπους», υπενθυμίζοντας το ιστορικό έντασης με το Ιράν από το 1979.
Ο Αμπού Ζεΐντ σημείωσε ότι οι αμερικανικές και ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών ενδέχεται να υποτίμησαν την ικανότητα του Ιράν να ανασυντάξει γρήγορα την ηγετική του αλυσίδα. Με δόγμα «κεντρικού σχεδιασμού και αποκεντρωμένης εκτέλεσης», η Τεχεράνη διατηρεί την επιχειρησιακή της ικανότητα παρά τον τεχνολογικό και ηλεκτρονικό πόλεμο των ΗΠΑ.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: για πόσο ακόμη μπορεί το Ιράν να αντέξει αυτή τη στρατηγική «καταιγισμού πυρός»; Καθώς ο Τραμπ υπερηφανεύεται ότι πέτυχε σε μία ημέρα όσα είχε προγραμματίσει για τέσσερις εβδομάδες, ο χρόνος μετρά αντίστροφα και για τις δύο πλευρές. Το ποια θα εξαντλήσει πρώτη τον χρόνο –και τις πλατφόρμες εκτόξευσης– ίσως καθορίσει την έκβαση της σύγκρουσης.
Live όλες οι εξελίξεις στα nea.gr