Η σειρά των Key Books με τις «τελευταίες συνεντεύξεις» διάσημων σημαντικών προσωπικοτήτων εμπλουτίζεται με τον πρόσφατο τίτλο για τον Ντείβιντ Μπόουι.
Και ομολογουμένως αυτή η συλλογή (σε μετάφραση Χρήστου Καψάλη) αποδεικνύεται από τις πιο ενδιαφέρουσες, καθώς αναδρομικά θυμόμαστε το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένη η περσόνα του σπουδαίου περφόρμερ. Στην έκδοση περιλαμβάνονται από την πρώτη συνέντευξή του, τον Νοέμβριο του 1964, στο BBC Tonight (όταν εκπροσωπούσε την παρέα φίλων του, που πίστευαν ότι βρίσκονταν υπό διωγμό, επειδή είχαν μακριά μαλλιά) έως εκείνες με τον Γουίλιαμ Μπάροουζ, την Τρέισι Έμιν και τον Αλεξάντερ ΜακΚουίν. Από τις συνολικά 10 συνεντεύξεις επιλέξαμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
Για την ανατροφή του
«Γεννήθηκα στο Λονδίνο το 1947, μετά τον πόλεμο. Ακριβώς αυτό που λέμε παιδί του πολέμου. Σχολείο πήγα στο Μπρίξτον και στη συνέχεια εγκαταστάθηκα στο Γιορκσάιρ, που είναι στα βόρεια της Αγγλίας. Μεγάλωσα στα αγροκτήματα εκεί πάνω. Οπότε, βασικά έχω δει πώς είναι τα πράγματα και στις δύο καταστάσεις, από την τραγικά υποβαθισμένη συνοικία του Μπρίξτον, με τον αρκετά μεγάλο πληθυσμό μαύρων, μέχρι την επαρχία και τις φάρμες της.
Ως παιδί έζησα και τα δύο, οπότε και οι δύο αυτές καταστάσεις με επηρέασαν ουσιαστικά, και προέκυψε έτσι μια σχιζοειδής στάση απέναντι στη ζωή. Νομίζω πως αυτό ήταν που με μπέρδευε, γιατί έχοντας δει την καλή εκδοχή και των δύο περιπτώσεων, δεν μπορούσα να διαχειριστώ πολλά από τα προβλήματα που υπήρχαν γενικότερα στην κοινωνία» («Interview», Μάρτιος 1973).
Για τους κριτικούς
«Οι άνθρωποι στρέφονται σ’ εμένα για να δουν ποιο είναι το πνεύμα της δεκαετίας του ’70, τουλάχιστον οι μισοί αυτό κάνουν. Τους κριτικούς δεν τους καταλαβαίνω. Το ρίχνουν υπερβολικά στη διανόηση. Δεν ξέρουν να μιλάνε καλά τη γλώσσα του δρόμου. Τους παίρνει περισσότερη ώρα για να πουν το ίδιο πράγμα. Οπότε, αναγκάζονται να το κάνουν μέσα από λεξικά, και τους παίρνει παραπάνω για να το πουν. Εγώ φοίτησα σε μεσοαστικό σχολείο, όμως κατάγομαι από οικογένεια της εργατικής τάξης.
Κατάφερα να αντλήσω τα καλύτερα στοιχεία και των δύο κόσμων, είδα και τις δύο τάξεις, οπότε έχω μια αρκετά σαφή εικόνα του πώς ζουν οι άνθρωποι και γιατί το κάνουν. Δεν μπορώ να το περιγράψω με λόγια ιδιαίτερα καλά, όμως έχω μια αίσθηση του πώς είναι. Όχι, όμως, της ανώτερης τάξης. Θέλω να γνωρίσω τη Βασίλισσα και τότε θα ξέρω. Πώς ερμηνεύεις την εικόνα σου, όπως τη σχεδιάζουν οι άλλοι άνθρωποι για σένα; (Συνέντευξη μαζί με τον Γ.Μπάροουζ στον Κρεγκ Κοπίτας στο «Rolling Stone», 28 Φεβρουαρίου 1974).
Για τον Άντι Γουόρχολ
Μπόουι: «Λατρεύω τη δουλειά του. Θεωρώ πως η σημασία του υπήρξε πολύ μεγάλη, πλέον έχει καταλήξει να είναι μεγάλη υπόθεση να τον γουστάρεις. Όμως, ο Γουόρχολ ήθελε να είναι κλισέ, ήθελε να βρίσκεις δουλειές του στα μαγαζιά και το συζητούσε, με εκείνον τον επιπόλαιο τρόπο του. Μαθαίνω πως πλέον ενδιαφέρεται να γυρίσει κανονικές ταινίες, κι είναι κρίμα αυτό, γιατί οι ταινίες που γύριζε παλιά αφορούσαν τα πράγματα που θα έπρεπε κανονικά να συμβαίνουν. Στο τέλος της συνάντησης, δεν είχα μάθει τίποτα παραπάνω για το τι άνθρωπος είναι, από όσα ήξερα όταν τον πέτυχα.
Μπάροουζ: «Δεν νομίζω πως υπάρχει άνθρωπος εκεί μέσα. Είναι μια πολύ εξωγήινη κατάσταση. Ολότελα ασυγκίνητος. Ουσιαστικά, είναι χαρακτήρας επιστημονικής φαντασίας. Έχει ένα αλλόκοτο πράσινο χρώμα».
Για τον Λιτλ Ρίτσαρντ
«Ο Λιτλ Ρίτσαρντ. Τον είδα στο Brixton Odeon. Πρέπει να ήταν το 1963, γιατί πριν από αυτόν εμφανίστηκαν στη σκηνή οι [Rolling] Stones… Ήταν απλώς εξωπραγματικός. Εξωπραγματικός. Φίλε, ποτέ άλλοτε δεν είχαμε δει κάτι τέτοιο. Μιλάμε για μια εποχή που φορούσαν ακόμη μοχέρ κοστούμια -θέλω να πω, απλώς τέλεια κουστούμια- φαρδιά παντελόνια και όλα τα σχετικά… Εκείνη η παράσταση ήταν το κάτι άλλο. Και οι Stones είχαν απίθανο γούστο. Μετρούσαν, πόσες, γύρω στις τέσσερις θαυμάστριες εκείνο τον καιρό, κι αυτές όρμησαν στην αίθουσα για να φτάασουν μπροστά στη σκηνή».
Για τα ναρκωτικά
Τρέισι Έμιν: Θεωρείς ότι να είσαι “φευγάτος” συμβάλλει στη δημιουργική διαδικασία ή είναι μύθος όλο αυτός Θέλω να πω, όπως ο Βαν Γκογκ και το αψέντι, οι βικτωριανοί συγγραφείς και το όπιο, οι αστέρες της ροκ και η κοκαΐνη.
Μπόουι: Χμ… από τη στιγμή που δοκιμάζεις ναρκωτικά, η δουλειά δεν μπορεί να είναι ποτέ ξανά η ίδια. Το Station to Station ήταν ένα άλμπουμ βγαλμένο από τα ναρκωτικά. Το Low και το Heroes δεν ήταν. Το Never let me down ήταν. Είναι μια αντιφατική κατάσταση.