Σε μια εποχή όπου η δημόσια έκφραση ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με την ψηφιακή παρουσία, μια νέα μορφή ακτιβισμού αρχίζει να κερδίζει έδαφος: όχι το να μιλάς περισσότερο στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά το να τα εγκαταλείπεις.
Η διαγραφή λογαριασμών, τα «διαλείμματα αποτοξίνωσης» από τα social media και η συνειδητή μείωση του χρόνου οθόνης δεν είναι πλέον απλώς ατομικές επιλογές ευεξίας· μετατρέπονται σε πολιτική και κοινωνική στάση απέναντι στη δύναμη της Big Tech, την παραβίαση της ιδιωτικότητας και την αλλοίωση της καθημερινής ζωής.
Η αντίφαση είναι εμφανής: δηλώνουμε ανήσυχοι για την ιδιωτικότητα, αλλά ταυτόχρονα κοινοποιούμε πρόθυμα κάθε πτυχή της ζωής μας. Σκέψεις, συναισθήματα, πολιτικές απόψεις, ερωτικές σχέσεις, τραύματα, τοποθεσίες, φωτογραφίες και προσωπικές στιγμές ανεβαίνουν αδιάκοπα σε πλατφόρμες που έχουν χτιστεί ακριβώς για να συλλέγουν, να αναλύουν και να εμπορευματοποιούν αυτά τα δεδομένα. Ειδικά στις νεότερες γενιές, υπάρχει συχνά έντονη ευαισθησία απέναντι σε κάμερες ασφαλείας και κρατική επιτήρηση, αλλά λιγότερη συνειδητοποίηση της ειρωνείας του να παραδίδεται εθελοντικά η ιδιωτική ζωή σε εταιρείες τεχνολογίας.
Κάτι όμως φαίνεται να αλλάζει. Όλο και περισσότεροι νέοι μιλούν για «καθαρισμούς» social media, για προσωρινή αποχή ή για τεχνάσματα όπως το να μετατρέπουν τις οθόνες τους σε ασπρόμαυρες, ώστε να μειώνεται η εθιστική τους δύναμη. Παράλληλα, καλλιεργείται μια νέα ψηφιακή ευγένεια: το κινητό κλείνει στην τάξη, απομακρύνεται από το τραπέζι, απενεργοποιείται τη νύχτα. Αυτές οι πρακτικές, που πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητες, αποκτούν σήμερα χαρακτήρα συλλογικής αφύπνισης.
Η ψυχολογία έχει εδώ και καιρό προειδοποιήσει για τον εθιστικό χαρακτήρα των κοινωνικών δικτύων. Τα «likes», οι ειδοποιήσεις και τα σχόλια λειτουργούν ως μικρές δόσεις επιβράβευσης για τον εγκέφαλο, ενισχύοντας μια συμπεριφορά συνεχούς αναζήτησης προσοχής και επιβεβαίωσης. Το κινητό τηλέφωνο έκανε πολλούς να νιώθουν διαρκώς ορατοί, σημαντικοί και αποδεκτοί — έστω και αν αυτό το αίσθημα είναι συχνά επιφανειακό και παροδικό. Η σύγκριση με τον εθισμό δεν είναι υπερβολή: όπως και σε άλλες εξαρτήσεις, η πρόληψη και η αποφυγή αποδεικνύονται συχνά πιο αποτελεσματικές από τη θεραπεία.
Τα τελευταία χρόνια, προστίθεται και ένας ακόμη λόγος αποστροφής: το κλίμα τοξικότητας. Παραπληροφόρηση, φανατισμός, επιθετικός λόγος, απειλές και διαρκής αγανάκτηση έχουν μετατρέψει πολλά ψηφιακά περιβάλλοντα σε εξαντλητικούς χώρους. Το επιχείρημα ότι τα social media «ενώνουν» τους ανθρώπους γύρω από κοινούς σκοπούς ακούγεται πλέον κουρασμένο και όλο και λιγότερο πειστικό.
Για πολλούς νέους, όμως, το πιο ενοχλητικό στοιχείο είναι η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι απλώς χρήστες, αλλά προϊόντα. Τα δεδομένα τους τροφοδοτούν αλγορίθμους που χειραγωγούν την προσοχή, επηρεάζουν απόψεις και κατευθύνουν καταναλωτικές και πολιτικές συμπεριφορές. Η πραγματική εισβολή στην ιδιωτικότητα δεν είναι η κάμερα στον δρόμο, αλλά η αόρατη εξόρυξη δεδομένων που συνοδεύει κάθε scroll. Πανεπιστημιουπόλεις και δημόσιοι χώροι γεμίζουν με ανθρώπους σκυμμένους πάνω από οθόνες, αποκομμένους από το τοπίο, τη φύση και τους ανθρώπους δίπλα τους.
Κι όμως, υπάρχει λόγος για αισιοδοξία. Μετά την πανδημία, που ενίσχυσε την εξάρτηση από τις οθόνες, πολλοί νέοι αναζητούν ξανά εμπειρίες εκτός δικτύου: συναυλίες, πεζοπορίες, κάμπινγκ, ταξίδια με φίλους, απλές συναντήσεις χωρίς φίλτρα και stories. Μια επιστροφή σε πιο άμεσες, ανθρώπινες μορφές σύνδεσης — ίσως όχι τόσο διαφορετικές από εκείνες των δεκαετιών πριν από τα smartphones.
Η ιδιωτικότητα μπορεί να μοιάζει με ξεπερασμένη έννοια, αλλά παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με την ελευθερία, τον χρόνο και την ποιότητα των σχέσεών μας. Αν πραγματικά εκτιμούμε όλα αυτά, τότε το να αποσυνδεθούμε από τα «κοινωνικά» δίκτυα δεν είναι φυγή. Είναι μια πράξη επιλογής, μια ήσυχη αλλά ουσιαστική μορφή ακτιβισμού. Το τηλέφωνο μπορεί να μπει στην τσέπη, το βλέμμα να σηκωθεί και η ζωή να επιστρέψει εκεί όπου πάντα ανήκε: στον πραγματικό κόσμο.