Όλη τη «βαριά» ατζέντα ανοίγει στον δημόσιο διάλογο το Μέγαρο Μαξίμου, ψάχνοντας αντίδοτα στις κρίσεις – αφενός στο έλλειμμα εμπιστοσύνης της κοινωνίας στους θεσμούς και στο πολιτικό σύστημα αφετέρου στα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας (ακρίβεια, στέγη κ.λπ). Την ώρα που στην κοινωνία καταγράφεται δημοσκοπικά κλίμα απογοήτευσης και επικρατούν συνθήκες αβεβαιότητας τόσο στο εγχώριο σκηνικό όσο και στη διεθνή σκηνή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να βρει τα εκλογικά διλήμματα και να τους δώσει από νωρίς κατάλληλη μορφή.

Ενας «οραματικός» λόγος και η πειστική καλλιέργεια προσδοκιών για την επόμενη μέρα συνολικά της χώρας θεωρούνται αναγκαία από τους κυβερνώντες σε αυτή τη φάση ώστε να ανοίξει ο γαλάζιος βηματισμός. Στον πυρήνα του μητσοτακικού αφηγήματος παραμένει το δίπτυχο «σταθερότητα – πρόοδος» καθώς και η ατζέντα της οικονομίας και των εισοδημάτων, ωστόσο στο αφήγημα εντάσσεται επιπλέον το «ορόσημο», κατά τον πρωθυπουργό, του 2030.

Το Σύνταγμα

Μέσω της εκκίνησης της διαδικασίας της αναθεώρησης του Συντάγματος, ο Μητσοτάκης επιχειρεί να ξεθολώσει την κυβερνητική εικόνα στα θεσμικά ζητήματα, προσδοκώντας να πείσει για «μεταρρυθμιστική ορμή» και πρόθεση για «μεγάλες τομές» στη χώρα ανεξάρτητα από το πολιτικό κόστος.

Δεν είναι τυχαίο ότι με το διάγγελμά του για την προαναθεωρητική διαδικασία στο Σύνταγμα (στην οποία έδωσε κοινοβουλευτικά ορίζοντα Απριλίου), ο πρωθυπουργός έριξε στη δημόσια σφαίρα, χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις πάντως, κεφάλαια στα οποία προδιαγράφεται ότι θα μπει πολιτικο-ιδεολογικό πρόσημο.

Το άρθρο 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, για παράδειγμα, το θέμα της «δημοσιονομικής σταθερότητας» ή ακόμα περισσότερο το θέμα «επαναπροσδιορισμού της έννοιας της μονιμότητας» στο δημόσιο – τη σύνδεση της μονιμοτήτων των δημοσίων υπαλλήλων με τη συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης.

Βεβαίως απέναντι στη μάχη με «παθογένειες» και με το «βαθύ κράτος» που υπόσχεται ξανά η κυβέρνηση, καταγράφεται πυρ ομαδόν από τους πολιτικούς αντίπαλους του για σειρά χειρισμών στην επταετή διακυβέρνηση. Και η γαλάζια διέξοδος αναζητείται με ρητορική «μέλλοντος» και παραπομπές στην Ελλάδα του 2030.

Η ελληνική προεδρία

Στην ίδια κατεύθυνση και με δεδομένες τις γεωπολιτικές και γεωοικονομικές προκλήσεις, αποκτά ρόλο στο μητσοτακικό αφήγημα και η ανάληψη από την Ελλάδα της εκ περιτροπής προεδρίας του συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα θα πάρει τη σκυτάλη της εξαμηνιαίας προεδρίας τον Ιούλιο του 2027 – μετά τις εθνικές εκλογές δηλαδή.

Το πρώτο εξάμηνο του 2027 θα έχει την προεδρία η Κύπρος ενώ αυτή θα περάσει από την Αθήνα στη Ρώμη στο πρώτο εξάμηνο του 2028, με τις δύο χώρες, αντιμέτωπες με κοινές προκλήσεις.

Ταυτόχρονα ο επόμενος προϋπολογισμός της Ευρώπης συζητείται ήδη ενώ οι ευρωπαίοι θα αναζητήσουν επί ελληνικής προεδρίας την πλήρη συμφωνία σε όλες τις λεπτομέρειες για ό,τι θα ισχύσει από το 2028.

«Έχει μεγάλη σημασία να υπάρχει σταθερότητα και να υπάρχει μια κυβέρνηση η οποία αντιλαμβάνεται τους διεθνείς συσχετισμούς, γιατί είναι πολύ σημαντικό, και για εμένα προσωπικά θα έλεγα, να μπορούμε να διαχειριστούμε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» είπε (Σκαι) ο Μητσοτάκης. «Ποιος θα διαχειριστεί την προεδρία της ΕΕ; Ποια κυβέρνηση; Ποιος πρωθυπουργός; Πώς θα ολοκληρωθεί η Συνταγματική Αναθεώρηση; Πώς θα πάμε στην Ελλάδα του 2030;», ανέφερε, δίνοντας το στίγμα για το πώς θα κινηθεί καθ’ οδόν προς την εθνική αναμέτρηση.

«Συγκρίνομαι με…»

Προσπαθώντας να απευθυνθεί στα μετριοπαθέστερα τμήματα του εκλογικού σώματος και παρουσιάζοντας τη ΝΔ ως τον μόνο πόλο «σταθερότητας» με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ο ίδιος ξορκίζει το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος».

Βέβαια ήταν οι ίδιοι οι νεοδημοκράτες που το στήριζαν ευθέως ή έμμεσα, μόνο που η ρητορική αλλάζει. Απο τη στιγμή που η ΝΔ παραμένει δημοσκοπικά έξω από μια τροχιά διεκδίκησης της αυτοδυναμίας και στο φόντο λανθασμένων χειρισμών και συμπεριφορών που έχουν σωρεύσει κόστος για το κυβερνών κόμμα, το Μαξίμου φοβάται ότι τέτοια διλήμματα ακούγονται στο τέλος της μέρας ως αλαζονικά.

Ο πρωθυπουργός δημόσια αρνήθηκε το «Μητσοτάκης ή χάος» υποστηρίζοντας «εγώ δεν συγκρίνομαι με το χάος, συγκρίνομαι με τους πολιτικούς μου αντιπάλους». Και είπε ότι το δίλημμα είναι «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος», ξεκινώντας επίσημα την τακτική των συγκρίσεων σε επίπεδο και προσώπων και προγράμματος.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης τονίζει ότι η συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί ουσιαστική συναίνεση από όλο το πολιτικό σύστημα, προκειμένου να επιτευχθεί ένα Σύνταγμα που θα «κοιτάει στο μέλλον και όχι να είναι κολλημένο στο παρελθόν».

Π. Μαρινάκης: Αν δεν υπάρχει συναίνεση, δεν πρόκειται να έχουμε και μία επί της ουσίας αναθεώρηση του Συντάγματος

Καθώς η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση ανοίγει με το πολιτικό θερμόμετρο ανεβασμένο και τη συναίνεση να παραμένει ζητούμενο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης παρουσιάζει τις θέσεις της κυβέρνησης, τα όρια της αντιπολίτευσης και το διακύβευμα για ένα Σύνταγμα που θα κοιτάζει στο μέλλον. Σε συνέντευξή του στο Action 24, αναφέρεται στις εσωτερικές ισορροπίες, τις πιθανές συνεργασίες, τα εθνικά θέματα και τις διεθνείς εξελίξεις που καθορίζουν το πολιτικό σκηνικό.

«Καταρχάς, προφανώς θα ακούσουμε τις προτάσεις και από μόνο του το Σύνταγμα και η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η κοινοβουλευτική διαδικασία που απαιτεί τις περισσότερες υπερβάσεις από όλους. Αν δεν υπάρχει μία ουσιαστική συναίνεση, δεν πρόκειται να έχουμε και μία επί της ουσίας αναθεώρηση του Συντάγματος και το κυριότερο: Να επιτευχθεί ο στόχος να έχουμε ένα Σύνταγμα, το οποίο να κοιτάει στο μέλλον και όχι να είναι κολλημένο στο παρελθόν», αναφέρει ο κ. Μαρινάκης, υπενθυμίζοντας ότι η τελευταία ουσιαστική αναθεώρηση πραγματοποιήθηκε το 2001 με ευρεία διακομματική συναίνεση.

Αναγνωρίζοντας το κλίμα πόλωσης της προεκλογικής περιόδου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογραμμίζει ότι η επιτυχία ή αποτυχία της αναθεώρησης αφορά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Κατηγορεί την αντιπολίτευση για στρατηγική άρνησης και τοξικό λόγο, σημειώνοντας πως η στάση αυτή δεν αποφέρει πολιτικά οφέλη. Τονίζει ότι η συγκυρία αποτελεί μοναδική ευκαιρία για μια συναινετική αναθεώρηση και εκφράζει συγκρατημένη αισιοδοξία πως το ΠΑΣΟΚ θα συμβάλει εποικοδομητικά.

«Το Σύνταγμα αλλάζει, αν αναθεωρηθεί σωστά, είναι τα θεμέλια, γιατί χρειάζονται και οι εκτελεστικοί νόμοι σε συνέχεια, για να αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή των πολιτών», σημειώνει, προσθέτοντας ότι η ιστορική εμπειρία δείχνει τον δρόμο της συνεργασίας.

Αυτοδυναμία και πολιτικές συμμαχίες

Αναφορικά με το ενδεχόμενο συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, σε περίπτωση μη επίτευξης αυτοδυναμίας, ο κ. Μαρινάκης επισημαίνει ότι απομένει περίπου ένας χρόνος έως τις εκλογές και ότι στρατηγικός στόχος της Νέας Δημοκρατίας παραμένει η αυτοδυναμία. Τονίζει πως η κυβέρνηση διαθέτει απτό έργο, όπως αυξήσεις μισθών, μείωση ανεργίας και επιτυχημένες επιλογές στην εξωτερική πολιτική. Κατά τον ίδιο, η αυτοδυναμία είναι το μόνο ρεαλιστικό σενάριο για σταθερότητα και πρόοδο.

Αν οι πολίτες αποφασίσουν διαφορετικά, η κυβέρνηση έχει συνταγματική υποχρέωση να αναζητήσει εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης, με μοναδικό δυνητικό συνομιλητή το ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, εκτιμά ότι η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη έχει αποκλείσει συνεργασία, γεγονός που καθιστά δύσκολη κάθε συνεννόηση και ενισχύει τη σημασία της αυτοδυναμίας.

Εξωτερική πολιτική και ελληνοτουρκικές σχέσεις

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα ενισχύει τον ρόλο της ως στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ και ενεργειακή πύλη της Ευρώπης, μέσω σημαντικών επενδύσεων και ενεργειακών έργων. Αναφέρει ότι δεν έχει οριστεί ημερομηνία συνάντησης Μητσοτάκη–Τραμπ, ενώ το τετ-α-τετ Μητσοτάκη–Ερντογάν θα πραγματοποιηθεί την επόμενη εβδομάδα.

Υπερασπίζεται τη στρατηγική του διαλόγου με την Τουρκία χωρίς υποχωρήσεις σε κόκκινες γραμμές, σημειώνοντας ότι η πολιτική αυτή έχει αποδώσει μετρήσιμα αποτελέσματα σε ΑΟΖ, αμυντική ενίσχυση και διεθνείς συμμαχίες. «Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, επί των ημερών του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει καταφέρει όλα όσα δεν είχαν γίνει ολόκληρες δεκαετίες», δηλώνει χαρακτηριστικά.

Εσωκομματικές ισορροπίες

Σχετικά με τη Νέα Δημοκρατία, ο κ. Μαρινάκης απορρίπτει τα σενάρια εσωτερικής αντιπαράθεσης με πρώην πρωθυπουργούς, τονίζοντας ότι δεν χρειάζεται εσωστρέφεια. Αναφέρει ότι η διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά δεν ήταν επιθυμητή, αλλά κρίθηκε αναπόφευκτη λόγω υπέρβασης κόκκινων γραμμών σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. «Κανείς δεν χάρηκε με αυτή την εξέλιξη», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι στόχος παραμένει η ενότητα της παράταξης.

Ταμείο Ανάκαμψης και κοινωνική πολιτική

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτηρίζει άστοχη τη δήλωση της κυρίας Αλεξοπούλου, επισημαίνοντας ότι παρερμηνεύτηκε και αξιοποιήθηκε από την αντιπολίτευση. Αναφέρει ότι το ουσιαστικό ζήτημα αφορά τα όρια των κρατικών παροχών και την ανάγκη για ρεαλιστικά κοστολογημένες πολιτικές.

Απορρίπτει σενάρια ανασχηματισμού και υπερασπίζεται τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις απορροφητικότητας. Τονίζει τα οφέλη για τους πολίτες σε υγεία, παιδεία, πολιτική προστασία και υποδομές, αναγνωρίζοντας ωστόσο τις δυσκολίες στελέχωσης στο ΕΣΥ και την ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση των υγειονομικών.

Προεκλογική παρουσία στον Βόρειο Τομέα

Ο Παύλος Μαρινάκης αναφέρει ότι η προεκλογική του δραστηριότητα στον Βόρειο Τομέα ξεκίνησε πριν από έναν χρόνο, ενώ τα εγκαίνια του πολιτικού του γραφείου στο Νέο Ψυχικό σηματοδοτούν την έναρξη της τελικής φάσης της εκστρατείας του. Δηλώνει ότι δεν αντιμετωπίζει ανταγωνιστικά τα έμπειρα στελέχη της ΝΔ, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά, εκπροσωπώντας τη νεότερη γενιά με πολιτική εμπειρία στην ΟΝΝΕΔ και επαγγελματική πορεία εκτός κομματικού μηχανισμού.

Τέλος, επισημαίνει ότι επέλεξε τον Βόρειο Τομέα επειδή εκφράζει τη μεσαία τάξη και τις καθημερινές αγωνίες των πολιτών, τις οποίες θέλει να εκπροσωπήσει στη νέα πολιτική περίοδο.