Υπάρχουν βραδιές που το ποδόσφαιρο σταματά να είναι παιχνίδι και γίνεται κάτι πιο βαθύ. Μια υπόσχεση, μια ανάσα ανάμεσα σε δυσκολίες, μια σπίθα που αρνείται να σβήσει. Μια τέτοια βραδιά έζησε ο Παναθηναϊκός στο ΟΑΚΑ, απέναντι στη Ρόμα, με… μισή ομάδα, με τα χέρια δεμένα και την καρδιά ορθάνοιχτη.
Ο Ράφα Μπενίτεθ κοίταξε στον πάγκο κι αντίκρισε πρόσωπα αμούστακα, μάτια λαμπερά, παιδιά που ακόμη δεν είχαν μάθει τι σημαίνει επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Κι όμως κι εκείνοι κάποια στιγμή σήκωσαν το βάρος και ρίχτηκαν στη μάχη σαν να τους περίμενε ο κόσμος ολόκληρος.
Οι πιτσιρικάδες πάτησαν στο χορτάρι με το θράσος της νιότης και την αφέλεια που κάνει τον κόσμο να ξαναβρίσκει την ελπίδα του. Το μέλλον στάθηκε μπροστά στο παρόν και είπε: «Είμαστε εδώ». Ο Τούμπα έπαιξε με πυρετό, ο Ρενάτο με ενοχλήσεις.
Και ο ξεχασμένος Ταμπόρδα. Όχι απλώς ο καλύτερος του γηπέδου, αλλά ο άνθρωπος που πήρε την ομάδα από το χέρι και της έδειξε ότι ακόμη και μέσα στην καταιγίδα υπάρχει μονοπάτι. Το γκολ του ήταν απάντηση σε όσους αναρωτιούνται αν αυτός ο Παναθηναϊκός μπορεί ακόμα να σηκωθεί. Ναι, μπορεί. Γιατί μέσα του έχει ποδοσφαιριστές που παίζουν σαν να ξεχνούν τον πόνο, την κούραση, την απειρία.
Κι ας ήρθε η ισοφάριση σαν παγωμένος αέρας. Η ουσία ήταν αλλού: στην αυτοθυσία, στα κορμιά που έπεφταν στη γραμμή, στα μάτια που γυάλιζαν από προσπάθεια, όχι από φόβο.
Και πάνω απ’ όλα, οι φίλαθλοι. Δεν χειροκρότησαν το αποτέλεσμα. Χειροκρότησαν την ψυχή. Και τέτοιες στιγμές, ακόμη και μια ισοπαλία μπορεί να μοιάζει με νίκη.
Η νύχτα αυτή δεν άλλαξε την ευρωπαϊκή Μοίρα του Παναθηναϊκού, αλλά έδωσε κάτι πιο σημαντικό.
Έδωσε πίστη. Έδειξε ότι το Τριφύλλι, όσο κι αν λυγίζει, αρνείται να πέσει. Ότι μέσα από τις ρωγμές του βγαίνει φως. Ότι τα παιδιά, ο Ταμπόρδα, ο Μπενίτεθ, οι χιλιάδες στις κερκίδες, μπορούν να στήσουν ξανά μια ομάδα που δεν θα φοβάται τίπο