Ο Αρκάς επιστρέφει με ένα σκίτσο-καθρέφτη της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ψυχολογίας, καυστικό όσο και πικρά αστείο. Με φόντο το λιτό «Καλημέρα» και έναν γνώριμο, κουρασμένο ήρωα, ο σκιτσογράφος συμπυκνώνει σε μία φράση μια διαχρονική παθογένεια: την εμμονική ενασχόληση με τους πολιτικούς αντιπάλους αντί με τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.

«Αν αφιέρωναν στα προβλήματα της χώρας το ένα δέκατο του χρόνου και της ενέργειας που ξοδεύουν για να πλήττουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, η χώρα θα απογειωνόταν!», λέει ο ήρωας του σκίτσου, δείχνοντας –κυριολεκτικά και μεταφορικά– την ουσία. Η υπερβολή («το ένα δέκατο») λειτουργεί ως σαρκαστικό εργαλείο: δεν χρειάζεται καν ολόκληρη στροφή προτεραιοτήτων, υπαινίσσεται ο Αρκάς, αρκεί ένα μικρό μέρος της ενέργειας που σήμερα σπαταλιέται σε αντιπαραθέσεις χωρίς αντίκρισμα.

Το σκίτσο συνομιλεί άμεσα με την επικαιρότητα, αλλά δεν εγκλωβίζεται σε αυτήν. Δεν κατονομάζει πρόσωπα ή κόμματα· μιλά για μια κουλτούρα πολιτικής σύγκρουσης που μοιάζει αυτοσκοπός. Ο κουρασμένος τόνος του χαρακτήρα –μισόκλειστα μάτια, χαλαρή στάση, δείκτης σηκωμένος περισσότερο από συνήθεια παρά από πάθος– υποδηλώνει ότι αυτή η διαπίστωση δεν είναι καινούργια. Είναι κάτι που επαναλαμβάνεται, σχεδόν μονότονα, εδώ και χρόνια.

Η επιλογή του σκούρου φόντου ενισχύει τη διάθεση απαισιοδοξίας, ενώ το κόκκινο «Καλημέρα» λειτουργεί ειρωνικά: δεν προαναγγέλλει μια αισιόδοξη αρχή, αλλά μια ακόμη μέρα στην ίδια πολιτική ρουτίνα. Ο Αρκάς δεν καταγγέλλει με οργή· ειρωνεύεται με ψυχραιμία, αφήνοντας τον αναγνώστη να γελάσει πρώτα και να προβληματιστεί αμέσως μετά.

Όπως συχνά συμβαίνει με τα σκίτσα του, η δύναμή του δεν βρίσκεται μόνο στο χιούμορ, αλλά στην αναγνωρισιμότητα. Ο καθένας μπορεί να δει σε αυτή τη φράση τηλεοπτικά πάνελ, κομματικές ανακοινώσεις, αναρτήσεις στα social media. Και ίσως, μαζί με το χαμόγελο, να γεννηθεί και ένα ερώτημα: πόση ενέργεια πράγματι αφιερώνεται στη λύση και πόση στη σύγκρουση;

Με ελάχιστα λόγια και ένα γνώριμο σκίτσο, ο Αρκάς υπενθυμίζει ότι η σάτιρα δεν είναι απλώς σχόλιο της επικαιρότητας. Είναι υπενθύμιση ευθύνης – και, συχνά, η πιο καθαρή μορφή πολιτικής κριτικής.