Ο Αρκάς επιστρέφει με ένα σκίτσο που, πίσω από το φαινομενικά «μαύρο» χιούμορ του, λειτουργεί σαν καθρέφτης μιας βαθιά οικείας πραγματικότητας. Το σκηνικό είναι η Κόλαση: καζάνια, φωτιές, βασανισμένοι αμαρτωλοί. Όλα δείχνουν γνώριμα, σχεδόν αναμενόμενα. Μέχρι τη στιγμή που έρχεται η ερώτηση: «Εσύ, τέλος πάντων, σε τι αμάρτημα έπεσες και βρίσκεσαι στην Κόλαση;». Και η απάντηση: «Σε ένα πολύ ελαφρύ».

Η λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά δεν είναι ο διάλογος, αλλά η εικόνα. Δίπλα στα καζάνια που φλέγονται, υπάρχει ένα άλλο, το ίδιο μεγάλο και ίδιο φαινομενικά «δίκαιο», που όμως ζεσταίνεται με ένα μικρό γκαζάκι. Η τιμωρία είναι τυπικά ίδια, στην πράξη όμως όχι. Και κάπου εκεί ο Αρκάς λέει όσα χρειάζονται χωρίς καμία εξήγηση.

Το σκίτσο σχολιάζει με χειρουργική ακρίβεια την έννοια της άνισης μεταχείρισης. Όχι με κραυγές, όχι με ονόματα, όχι με ευθείες πολιτικές αναφορές. Απλώς με μια εικόνα που υπονοεί ότι ακόμη και στο απόλυτο σύστημα δικαιοσύνης —στην Κόλαση— υπάρχουν «βαθμίδες». Ότι κάποιοι τιμωρούνται αυστηρά και κάποιοι άλλοι… συμβολικά. Και πως αυτή η διαφοροποίηση δεν είναι εξαίρεση, αλλά κανόνας.

Η δύναμη του Αρκά βρίσκεται ακριβώς εδώ: στη διαχρονικότητα. Το σκίτσο θα μπορούσε να αφορά τη Δικαιοσύνη, την πολιτική εξουσία, την κοινωνική ανισότητα, τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» που όλοι αναγνωρίζουμε αλλά σπάνια ομολογούμε. Ο καθένας βλέπει σε αυτό κάτι διαφορετικό — και όλοι βλέπουν κάτι οικείο.

Με ελάχιστες λέξεις και μια απλή εικαστική ιδέα, ο Αρκάς υπενθυμίζει ότι τα προνόμια δεν εξαφανίζονται εύκολα. Ακολουθούν τους ανθρώπους παντού. Ακόμη κι εκεί όπου υποτίθεται ότι όλοι κρίνονται το ίδιο. Και τελικά, ίσως η μεγαλύτερη τιμωρία να μην είναι η φωτιά, αλλά η συνειδητοποίηση ότι η αδικία επιβιώνει ακόμη και στην αιωνιότητα.