Ο Ντόναλντ Τραμπ συμπληρώνει τον πρώτο χρόνο της δεύτερης προεδρικής του θητείας μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικών αντιφάσεων. Από τη μία πλευρά, η αμερικανική οικονομία απέφυγε την ύφεση που πολλοί φοβούνταν ως αποτέλεσμα του εμπορικού πολέμου, με την ανάπτυξη να εκτιμάται ότι κινήθηκε μεταξύ 1,5% και 2% το προηγούμενο έτος. Από την άλλη, όμως, για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις τα δεδομένα παραμένουν απογοητευτικά, καθώς ο συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού, αδύναμης αγοράς εργασίας και πολιτικής αβεβαιότητας περιορίζει αισθητά την αίσθηση ευημερίας.
Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα άνω του επιθυμητού, κοντά στο 2,5% σε ετήσια βάση, παρά την επιβράδυνση των τελευταίων μηνών. Οι τιμές δεν μειώθηκαν· απλώς αυξάνονται με πιο αργό ρυθμό. Κατηγορίες όπως τα τρόφιμα, τα ενοίκια, η υγεία, η εκπαίδευση και τα ασφάλιστρα παραμένουν σημαντικά ακριβότερες σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παρουσιάζουν σχεδόν στασιμότητα, με ετήσια αύξηση γύρω στο 1%, γεγονός που διαβρώνει περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Ιδιαίτερα ευαίσθητο κοινωνικά είναι το μέτωπο της απασχόλησης. Παρότι το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε οριακά στο 4,4%, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας εμφανίζεται ασθενική. Οι καθαρές νέες θέσεις στον μη αγροτικό τομέα ήταν περιορισμένες τους τελευταίους μήνες, ενώ αναθεωρήσεις προηγούμενων στοιχείων αποκάλυψαν σημαντικές απώλειες θέσεων. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά εργασίας που δείχνει «παγωμένη», μειώνοντας την καταναλωτική εμπιστοσύνη και ενισχύοντας την αίσθηση ανασφάλειας.
Η στάση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας επιτείνει αυτή την εικόνα. Η Fed παραμένει επιφυλακτική στις μειώσεις επιτοκίων, φοβούμενη ότι μια βιαστική χαλάρωση θα αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, ειδικά σε ένα περιβάλλον εμπορικών δασμών και περιοριστικής μεταναστευτικής πολιτικής. Η προσοχή αυτή, ωστόσο, διατηρεί ακριβά τα στεγαστικά δάνεια και τον καταναλωτικό δανεισμό, δυσχεραίνοντας την πρόσβαση στη στέγη και την αναχρηματοδότηση χρεών.
Ο ίδιος ο Τραμπ, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026 που απειλούν να ανατρέψουν τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, δείχνει ιδιαίτερα ανήσυχος. Η έντονη πίεση που άσκησε στον πρόεδρο της Fed για ταχύτερες και βαθύτερες μειώσεις επιτοκίων δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ενώ η οικονομική αβεβαιότητα συνεχίζει να βαραίνει το πολιτικό κλίμα.
Παράλληλα, οι προεκλογικές υποσχέσεις για άμεση και «δραστική» μείωση του κόστους ζωής δεν υλοποιήθηκαν. Οι φορολογικές περικοπές που είχαν εξαγγελθεί σκοντάφτουν σε νομοθετικά εμπόδια και σε ανησυχίες για το ήδη διογκωμένο έλλειμμα. Οι τιμές της ενέργειας και της κατοικίας δεν μειώθηκαν, παρά τις δεσμεύσεις για το αντίθετο, ενώ δημοσκοπήσεις δείχνουν πλειοψηφική αποδοκιμασία της οικονομικής διαχείρισης της κυβέρνησης.
Στο βάθος, αναδύεται ένα ακόμη πιο ανησυχητικό πρόβλημα: η δημοσιονομική εκτροπή. Το δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει ξεπεράσει το 124% του ΑΕΠ και συνεχίζει να αυξάνεται, με προοπτική να φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια. Τα σχέδια για νέες φορολογικές ελαφρύνσεις, χωρίς αντίστοιχη συγκράτηση δαπανών, απειλούν να διογκώσουν περαιτέρω το χρέος και το έλλειμμα, ενισχύοντας τους φόβους για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Έτσι, ενώ η αμερικανική οικονομία διατηρεί ακόμη κάποια δυναμική, η καθημερινή εμπειρία των πολιτών αφηγείται μια διαφορετική ιστορία: ακριβότερη ζωή, αβέβαιη εργασία και περιορισμένες προοπτικές βελτίωσης στο άμεσο μέλλον. Ένα σκηνικό που απειλεί να μετατραπεί σε σοβαρό πολιτικό βάρος για τον Ντόναλντ Τραμπ καθώς πλησιάζει η επόμενη εκλογική δοκιμασία.
Ενώ η αμερικανική οικονομία δείχνει σημάδια κόπωσης, ο Τραμπ έχει ταυτόχρονα ανοίξει μέτωπα στην εξωτερική πολιτική που ενισχύουν την αίσθηση χάους και απροβλεψιμότητας. Οι δημόσιες δηλώσεις, οι απειλές ή οι «υπαινιγμοί» περί Γροιλανδίας, οι συγκρούσεις με παραδοσιακούς συμμάχους και η λογική του εκβιασμού αντί της διπλωματίας δημιουργούν την εντύπωση μιας υπερδύναμης που λειτουργεί περισσότερο με παρορμήσεις παρά με στρατηγικό σχέδιο.
Αυτό έχει τρεις σοβαρές συνέπειες:
Πρώτον, υπονομεύεται η αξιοπιστία των ΗΠΑ διεθνώς. Σύμμαχοι στην Ευρώπη και αλλού δυσκολεύονται να προβλέψουν τις επόμενες κινήσεις της Ουάσιγκτον, κάτι που αποδυναμώνει συμμαχίες και ενισχύει ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Ρωσία.
Δεύτερον, αυξάνεται η οικονομική αβεβαιότητα. Οι αγορές, οι επενδυτές και οι επιχειρήσεις αντιδρούν αρνητικά όταν η εξωτερική πολιτική μοιάζει αποσπασματική ή επιθετική, ειδικά όταν συνδέεται με δασμούς, κυρώσεις ή γεωπολιτικές εντάσεις που μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο και τις τιμές.
Τρίτον, το εσωτερικό πολιτικό κόστος μεγαλώνει. Όταν οι πολίτες βιώνουν υψηλό κόστος ζωής και αδύναμη αγορά εργασίας, η εικόνα ενός προέδρου που ασχολείται με «εξωτικά» γεωπολιτικά σχέδια ή απειλές —όπως η Γροιλανδία— ενισχύει την αίσθηση αποσύνδεσης από τα πραγματικά προβλήματα της καθημερινότητας.
H εξωτερική πολιτική του Τραμπ μοιάζει χαοτική όχι μόνο επειδή είναι επιθετική ή ανορθόδοξη, αλλά επειδή έρχεται σε μια στιγμή που το εσωτερικό μέτωπο δεν αντέχει άλλους κραδασμούς. Ο συνδυασμός οικονομικής πίεσης στο εσωτερικό και θεσμικής απρόβλεπτης συμπεριφοράς στο εξωτερικό είναι ακριβώς αυτός που ιστορικά φθείρει γρήγορα την πολιτική ισχύ ενός προέδρου.