Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε μια κίνηση με τεράστιο πολιτικό, οικονομικό και γεωστρατηγικό βάρος, ολοκληρώνοντας την πρώτη πώληση πετρελαίου της Βενεζουέλας υπό αμερικανικό έλεγχο, αξίας περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων. Η εξέλιξη αυτή έρχεται λιγότερο από δύο εβδομάδες μετά τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη χώρα, η οποία κατέληξε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και στην εγκαθίδρυση μεταβατικής εξουσίας. Πρόκειται για μια κίνηση που ξεπερνά κατά πολύ τη στενή έννοια μιας ενεργειακής συναλλαγής και λειτουργεί ως σαφές μήνυμα για τον νέο ρόλο της Ουάσιγκτον στη Βενεζουέλα και στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.
Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τη συμφωνία ως «ιστορική», υποστηρίζοντας ότι εξυπηρετεί τόσο τα συμφέροντα των Αμερικανών καταναλωτών όσο και του λαού της Βενεζουέλας. Στην πράξη, όμως, η πώληση αυτή σηματοδοτεί τη μετάβαση από ένα καθεστώς κυρώσεων και απομόνωσης σε ένα μοντέλο άμεσης διαχείρισης και εκμετάλλευσης των τεράστιων ενεργειακών αποθεμάτων της χώρας από τις ΗΠΑ και αμερικανικές εταιρείες. Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά η παραγωγή της έχει καταρρεύσει την τελευταία δεκαετία λόγω κακοδιαχείρισης, έλλειψης επενδύσεων και διεθνών κυρώσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι τα έσοδα από την πρώτη αυτή πώληση κατευθύνθηκαν σε λογαριασμό στο Κατάρ. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Από τη μία πλευρά, το Κατάρ λειτουργεί ως «ουδέτερος» χρηματοοικονομικός κόμβος, μειώνοντας τον κίνδυνο νομικών προσφυγών ή δεσμεύσεων κεφαλαίων. Από την άλλη, αποτυπώνει την πρόθεση της Ουάσιγκτον να κρατήσει αυστηρό έλεγχο στη ροή των εσόδων, αποφεύγοντας να τα αφήσει απευθείας στα χέρια μιας χώρας που βρίσκεται σε πολιτική μετάβαση και θεσμική αστάθεια.
Η αμερικανική στρατηγική δεν περιορίζεται σε αυτή τη μεμονωμένη πώληση. Στο τραπέζι βρίσκεται ένα ευρύτερο σχέδιο ανασυγκρότησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, με τη συμμετοχή μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών ομίλων. Η στόχευση είναι διπλή: αφενός η σταδιακή αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών, αφετέρου η επανένταξη της χώρας στο διεθνές ενεργειακό σύστημα υπό όρους που θα ευνοούν τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Ήδη γίνεται λόγος για δεκάδες εκατομμύρια βαρέλια που αναμένεται να κατευθυνθούν προς την αμερικανική αγορά το επόμενο διάστημα.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η εξέλιξη αυτή αλλάζει τις ισορροπίες στη Λατινική Αμερική. Η απομάκρυνση του Μαδούρο και η άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ στην οικονομική διαχείριση της χώρας στέλνουν σαφές μήνυμα προς ανταγωνιστές όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν, οι οποίοι τα προηγούμενα χρόνια είχαν ενισχύσει την παρουσία τους στη Βενεζουέλα. Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εμφανιστεί ως εγγυήτρια σταθερότητας στο δυτικό ημισφαίριο, συνδέοντας την ενεργειακή πολιτική με τη ρητορική περί καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος και της «ναρκοτρομοκρατίας».
Ωστόσο, οι σκιές είναι πολλές. Το ζήτημα της νομιμότητας της εκμετάλλευσης ενός εθνικού πόρου από ξένη δύναμη, σε μια χώρα που μόλις βγήκε από στρατιωτική επέμβαση, εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Επίσης, παραμένει ασαφές πώς και πότε τα έσοδα από το πετρέλαιο θα μεταφραστούν σε πραγματική βελτίωση των συνθηκών ζωής για τον πληθυσμό της Βενεζουέλας, ο οποίος αντιμετωπίζει χρόνια ανθρωπιστική κρίση.
Σε οικονομικό επίπεδο, η κίνηση αυτή εντάσσεται και στο ευρύτερο πλαίσιο της ενεργειακής πολιτικής των ΗΠΑ. Σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας στις αγορές ενέργειας και ανησυχίας για την επάρκεια εφοδιασμού, η πρόσβαση σε φθηνό και άφθονο πετρέλαιο αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα. Παράλληλα, η είσοδος περισσότερων βαρελιών στην αγορά θα μπορούσε να λειτουργήσει, υπό προϋποθέσεις, ως παράγοντας συγκράτησης των διεθνών τιμών.
Η πρώτη πώληση πετρελαίου της Βενεζουέλας από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι απλώς μια οικονομική πράξη. Είναι η απαρχή μιας νέας φάσης, όπου η ενέργεια, η γεωπολιτική και η ισχύς συνδέονται άμεσα. Το αν αυτή η στρατηγική θα οδηγήσει σε σταθεροποίηση και ανάπτυξη ή σε νέες εντάσεις και εξαρτήσεις, θα φανεί στους επόμενους μήνες, καθώς η Βενεζουέλα μετατρέπεται σε κεντρικό πεδίο άσκησης αμερικανικής επιρροής στον 21ο αιώνα.