Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, οι επικουρικές συντάξεις φαίνεται ότι βγαίνουν από την παρατεταμένη στασιμότητα. Το ταμείο επικουρικής ασφάλισης (ΕΤΕΑΕΠ/ΕΦΚΑ) εμφανίζει για το 2025 πλεόνασμα, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για αυξήσεις σε περίπου 1,3 εκατομμύρια συνταξιούχους.
Μέχρι σήμερα, βασικό εμπόδιο για οποιαδήποτε αύξηση ήταν η λεγόμενη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος. Με απλά λόγια, αν το ταμείο δεν είχε πλεόνασμα, αυξήσεις δεν μπορούσαν να δοθούν. Το 2025, όμως, τα δεδομένα αλλάζουν. Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία του ΕΦΚΑ, το πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 188 εκατ. ευρώ, σημαντικά υψηλότερα από την αρχική πρόβλεψη των 115 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το ταμείο μπορεί πλέον να αντέξει αυξήσεις χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητά του.
Τα επιπλέον έσοδα προέρχονται κυρίως από την αύξηση των εισφορών, αποτέλεσμα της ανόδου της απασχόλησης και των μισθών. Με άλλα λόγια, περισσότεροι εργαζόμενοι και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας ενισχύουν τα έσοδα του συστήματος.
Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αύξηση κοντά στο 3%. Σήμερα, η μέση επικουρική σύνταξη ανέρχεται στα 195 ευρώ μικτά και με μια τέτοια αύξηση, του 3%, θα διαμορφωθεί περίπου στα 201 ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 6 ευρώ επιπλέον τον μήνα ή 72 ευρώ τον χρόνο για κάθε συνταξιούχο. Για το ταμείο, το συνολικό κόστος υπολογίζεται στα 93,6 εκατ. ευρώ, ποσό που καλύπτεται άνετα από το πλεόνασμα.
Ωστόσο, οι αυξήσεις δεν αναμένεται να δοθούν άμεσα. Οι τελικές αποφάσεις τοποθετούνται εντός του 2026, καθώς θα πρέπει πρώτα να οριστικοποιηθούν τα οικονομικά στοιχεία του 2025 και να προηγηθεί αναλογιστική μελέτη που θα καθορίσει το ακριβές ποσοστό αύξησης που μπορεί να καταβάλει το ΕΤΕΑΕΠ για τη μακροπρόθεσμη αντοχή του συστήματος.
Την ίδια στιγμή, παραμένουν μεγάλες οι ανισότητες μεταξύ των επικουρικών συντάξεων. Συνταξιούχοι από τα πρώην ταμεία τραπεζών λαμβάνουν επικουρικές που ξεπερνούν τα 400 ευρώ, ενώ στον αντίποδα, ασφαλισμένοι του ΤΣΜΕΔΕ περιορίζονται σε ποσά που κινούνται γύρω στα 70 ευρώ. Οι διαφορές αυτές αντανακλούν τις διαφορετικές εισφορές που καταβάλλονταν επί δεκαετίες.
Παρότι οι αυξήσεις δεν θεωρούνται μεγάλες, η σημασία τους είναι ουσιαστική.