Θυμάμαι τις πρώτες ευρωεκλογές στην Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 1981, αν και «στριμωγμένες» στη γωνία τής τότε πολιτικής επικαιρότητας όπου κυριαρχούσε το σύνθημα της επικείμενης αλλαγής που θα έφερνε η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Ηταν η πρώτη φορά που ψήφιζα και οι διπλές εκλογές ήταν, για μένα, ένα έξτρα μπόνους αφού, από τη φούρια και το καμάρι μου για την εξάσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν, θα ψήφιζα με μεγάλη χαρά και για πρόεδρο της Ενωσης Εφαπλωματοποιών. Τα ονόματα των υποψήφιων ευρωβουλευτών ήταν «βαριά». Με κυρίως πολιτικό αλλά και ακαδημαϊκό φορτίο. Να τα μαρτυρήσω; Ανάμεσα στους πρώτους εκλεγμένους έλληνες ευρωβουλευτές ο Σπύρος Πλασκοβίτης από το ΠΑΣΟΚ, ο Λεωνίδας Μπουρνιάς από τη Νέα Δημοκρατία, ο Βασίλης Ευφραιμίδης από το ΚΚΕ, ο Λεωνίδας Κύρκος από το ΚΚΕ Εσωτερικού, ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου από το ΚΟΔΗΣΟ.

Τι κάθομαι και τα θυμάμαι τώρα; Για να μελαγχολήσω με τα χάλια μας; Ή για να γελάσω με την κατάντια μας; Θέλω και προσπαθώ για το δεύτερο, αλλά κάτι με τραβάει από το μανίκι και επανέρχομαι στο πρώτο. Είναι, νομίζω, μονόδρομος όταν βλέπεις τις λίστες των υποψηφίων και, ακόμη καλύτερα, τους υποψήφιους για υποψήφιους, αυτή τη νέα ρεβί πίστας που εφαρμόζει ο κονφερασιέ, συγγνώμη, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Στέφανος Κασσελάκης. Κι αν έγραφα πριν από λίγες μέρες για τη μετακόμιση της πολιτικής στα πρωινάδικα, διαπιστώνω ότι πρόκειται περί αμφίδρομης σχέσης. Τα πρωινάδικα μετακομίζουν στην πολιτική. Και δημιουργούν, μαζί με τους άλλους υποψήφιους, μια τοιχογραφία από την οποία εξάγεται, σαφώς, το συμπέρασμα ότι αυτό που ενδιαφέρει, κυρίως, τα κόμματα δεν είναι η όσο το δυνατόν καλύτερη, επαρκής και αποτελεσματική εκπροσώπηση της χώρας στην Ευρωβουλή αλλά η συγκέντρωση ψήφων.

Ο δρόμος για το Ευρωκοινοβούλιο περνάει πλέον από την τηλεόραση και τα σόσιαλ, κάτι σαν εξαργύρωση αναγνωρισιμότητας. Φαίνεται πως οι έρευνες δείχνουν ότι πολλοί, πάρα πολλοί ή, τέλος πάντων, τόσοι όσοι μπορούν να διαμορφώσουν εκλογικό αποτέλεσμα ψηφίζουν (και όχι μόνο στις ευρωεκλογές, όπως δείχνει η σημερινή σύνθεση της Βουλής) σαν να ψηφίζουν σε ριάλιτι. Αυτός είναι ωραίος, ο άλλος μοιάζει καλό παιδί, ο παράλλος είναι γνωστός ή – το ακόμη «καλύτερο» – συγγενής γνωστού. Κάπως έτσι μας προέκυψε ο Αλέξης Γεωργούλης «εραστής Δυτικών Βρυξελλών».

Ενας παίκτης ριάλιτι, ένας από τάλεντ σόου και δύο πανελίστες (ο ένας μάλιστα, τρεις ημέρες πριν από την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του, είχε κάνει, στην εκπομπή της Ναταλίας Γερμανού, συνέντευξη στον πρόεδρο Κασσελάκη με ερωτήσεις τόσο «σκληρές» που κόβονται με την καρδιά ενός μαρουλιού) είναι υποψήφιοι για υποψήφιοι του ΣΥΡΙΖΑ. Και να προβλέψω κάτι; Πιστεύω ότι τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς θα περάσουν το Λόουερ και θα πάνε για Προφίσενσι. Και για να αλλάξω κόμμα, παίζει να είναι ο Γιώργος Αυτιάς ανάμεσα στους πρώτους – αν όχι ο πρώτος – σε σταυρούς ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Γιατί; Διότι όταν πριν από μερικές εβδομάδες νοσηλεύθηκα, τα πρωινά του Σαββάτου και της Κυριακής, αχολογούσαν οι διάδρομοι από τη φωνή του Αυτιά. Στη διαπασών, λέμε, οι τηλεοράσεις.

Μεταγραφές

Τα ταμπού είχαν πέσει από τις προηγούμενες εκλογές. Τότε που ο Αλέξης Γεωργούλης είχε δηλώσει ευθαρσώς ότι πρώτα πήγε στη Νέα Δημοκρατία, έφαγε εκεί πόρτα και μετά χτύπησε το πορτόφυλλο του ΣΥΡΙΖΑ, όπου έγινε δεκτός με ταρατατζούμ. Τώρα κατεβαίνει με τους Πράσινους διότι, σου λέει, μία φορά ευρωβουλευτής, για πάντα ευρωβουλευτής.

Το ίδιο ο Ζαγοράκης. Υστερα από δέκα χρόνια στην Ευρωβουλή με τη Νέα Δημοκρατία, τον υποδέχθηκαν στο ΠΑΣΟΚ με ανοιχτές αγκάλες. Μάλιστα ο πρόεδρος Ανδρουλάκης υιοθέτησε ένα ποδοσφαιρικό λανγκάζ στην παρουσίασή του, μήπως και ξεχάσουμε το βασικό του επάγγελμα. Σου λέει, για να «πιάσει» το κοινό της Θεσσαλονίκης. Που θα το «πιάσει». Εδώ το «έπιασε» η Ράνια Θρασκιά, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ πλέον.

Δεν ξέρω αν αυτό είναι το τέλος της πολιτικής. Οτι μπήκαμε δηλαδή στα πέλαγα της μεταπολιτικής, που μοιάζει περισσότερο με κακό Δελφινάριο, και δεν με ειδοποίησε κανείς. Αναρωτιέμαι μήπως είναι και το τέλος της λογικής. Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι μου κάνει πολύ κακό να σκέφτομαι εκείνες τις πρώτες ευρωεκλογές του 1981.