Αντιδράσεις προκαλεί η μετακίνηση της τέως προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλικής Θάνου, ως άμισθη προϊσταμένη στη Νομική Υπηρεσία του πρωθυπουργικού γραφείου.

Σε ανακοίνωσή της, η ΝΔ μιλά για «μαύρη σελίδα για τη Δημοκρατία», υποστηρίζοντας ότι «αποδεικνύεται έμπρακτα ότι για αυτήν την κυβέρνηση δεν υφίσταται στην πράξη καμία έννοια διάκρισης των εξουσιών».

Σύμφωνα με την Πειραιώς, «οι κραυγές αγωνίας των δικαστών και των εισαγγελέων δεν συγκινούν την παρέα του Μαξίμου. Στην αγωνία τους να "εξυπηρετήσουν" και να "εξυπηρετηθούν" δεν κρατούν ούτε τα προσχήματα.

Η συνέχιση των παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη δυναμιτίζει το ίδιο το δημοκρατικό Πολίτευμα της χώρας και αγγίζει πια τα όρια της θεσμικής εκτροπής. Η ΝΔ, όλες οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου μαζί με τη συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών, δεν θα τους το επιτρέψουμε. Θα σταθούμε απέναντι στα σκοτεινά τους σχέδια».

Νωρίτερα, ο αντιπρόεδρος του κόμματος, Αδωνις Γεωργιάδης, είχε γράψει στο Twitter: «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει παρόμοιο προηγούμενο! Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου πρέπει να είναι υπερκομματικός, εδώ δεν πέρασε εβδομάδα από τη λήξη της θητείας της…».

Μαξίμου: ΝΔ και Μητσοτάκης ψεύδονται, χυδαιολογούν και σπιλώνουν υπολήψεις

Σε σχόλιό του για τις δηλώσεις της ΝΔ, το γραφείο Τύπου του Πρωθυπουργού αναφέρει ότι «η Νέα Δημοκρατία και ο κ. Μητσοτάκης, στην προσπάθειά τους να υποστηρίξουν με ακόμα ένα ανόητο επιχείρημα το αφήγημά τους περί δήθεν παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη, ψεύδονται, χυδαιολογούν και σπιλώνουν υπολήψεις.

Τελευταία αφορμή αποτέλεσε η ανάληψη καθηκόντων της ε.τ. Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου αμισθί ως Προϊσταμένη του Νομικού Γραφείου της Γενικής Γραμματείας του Πρωθυπουργού, μετά τη συνταξιοδότησή της.

Επειδή ο συντάκτης της ανακοίνωσης της ΝΔ, είτε έχει κοντή μνήμη, είτε όψιμα μπήκε στην πολιτική, υπενθυμίζουμε ότι η ΝΔ δεν είχε κανένα πρόβλημα όταν:

– Ο Χαράλαμπος Αθανασίου παραιτήθηκε από εν ενεργεία αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου να μπει στο ψηφοδέλτιο επικρατείας της ΝΔ επί Αντώνη Σαμαρά και εν συνεχεία να αναλάβει χρέη υπουργού Δικαιοσύνης.

– Ο πρώην Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Παναγιώτης Πικραμμένος, ως εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός την περίοδο 1991-1993 ήταν σύμβουλος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, και μετά έγινε Πρόεδρος του ΣτΕ! Σήμερα δε, ως συνταξιούχος τέως Πρόεδρος του ΣτΕ, συνεχίζει να παρέχει τις νομικές του γνώσεις στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

– Ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, επίσης ως εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός, υπήρξε Νομικός Σύμβουλος της κυβέρνησης Σημίτη.

Σε αυτούς προστίθενται δεκάδες ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι στο παρελθόν έχουν διατελέσει υπουργοί, νομικοί σύμβουλοι σε υπουργεία και έχουν υπηρετήσει στα νομικά γραφεία της Προεδρίας της Δημοκρατίας, στο γραφείο Πρωθυπουργού και στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.

Απαιτεί λοιπόν τουλάχιστον θράσος από τη ΝΔ και τον κ. Μητσοτάκη να εγκαλεί την κυβέρνηση για την ανάληψη καθηκόντων από την πρώην Πρωθυπουργό και Πρόεδρο του Αρείου Πάγου μετά τη συνταξιοδότησή της, αλλά και σαφή προσβολή προς τα πρόσωπα των δικαστικών λειτουργών που αποφασίζουν κατόπιν της λήξης της θητείας τους να εισφέρουν τις νομικές τους γνώσεις από θέσεις που εκείνοι επιλέγουν» σημειώνει το πρωθυπουργικό Γραφείο.

Τα υπόλοιπα κόμματα

«Η αλαζονεία της εξουσίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποκαλύπτει, χωρίς ντροπή, τις σχέσεις εξάρτησης που είχε η τ. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κα Θάνου με τον κ. Πρωθυπουργό» υποστήριξε από την πλευρά του ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου, υπεύθυνος Κοινοβουλευτικού Τομέα Δικαιοσύνης στη Δημοκρατική Συμπαράταξη.

Οπως είπε, «σήμερα αποδεικνύεται ξεκάθαρα ότι η θεσμική και αντισυνταγματική εκτροπή που επιχειρήθηκε στον χώρο της Δικαιοσύνης, δυόμιση χρόνια τώρα, είχε εντολέα και εκτελεστικό όργανο. Αποκτά και επίσημη έδρα στο Μαξίμου με την διορισμένη πλέον κα Θάνου στον ρόλο της άμισθης συμβούλου, γιατί το καθεστώς φαίνεται πως συνεχίζει να έχει ανάγκη τις υπηρεσίες της. Η υπονόμευση των θεσμών  από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ γίνεται κάθε μέρα και περισσότερο επικίνδυνη για τη Δημοκρατία».

«Η μετακίνηση της κυρίας Θάνου από τη θέση της Προέδρου του Αρείου Πάγου στη θέση της προϊσταμένης του νομικού γραφείου του κ. Τσίπρα εντείνει τις ανησυχίες μας για το πού οδηγείται η χώρα» ανέφερε με τη σειρά του ο Σταύρος Θεοδωράκης.

Ο επικεφαλής του Ποταμιού σχολίασε ότι «για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν έχουν κανένα όριο αυτοσυγκράτησης και αδιαφορούν εντελώς για αυτό που αποτελεί θεμέλιο μιας δημοκρατικής πολιτείας, δηλαδή την διάκριση των εξουσιών.

Το Ποτάμι αισθάνεται απόλυτα δικαιωμένο για το γεγονός ότι αντιμετώπισε εδώ και καιρό την κ. Θάνου όχι ως ανώτατη δικαστικό αλλά ως όργανο της κυβέρνησης. Είναι θλιβερό ότι υπάρχουν δικαστές – ευτυχώς λίγοι ελπίζουμε – που είναι έτοιμοι να δώσουν γη και ύδωρ στην εκτελεστική εξουσία κυνηγώντας θέσεις, αδιαφορώντας για το κακό που προκαλούν στην δικαιοσύνη και τα αρνητικά μηνύματα που εκπέμπουν στην κοινωνία».

Μέσω ΣΚΑΙ, ο δήμαρχος Αθηναίων, Γιώργος Καμίνης, χαρακτήρισε εσφαλμένη την απόφαση: «Η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι, αλλά και να φαίνεται ανεξάρτητη» δήλωσε.

«Οχι» στην άμεση μεταπήδηση δικαστών και εισαγγελέων στην εκτελεστική εξουσία

Μιλώντας στον ίδιο σταθμό, ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορος Σεβαστίδης τόνισε ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί παλαιότερη πρότασή του που προέβλεπε την επιβολή απαγόρευσης σε δικαστικούς λειτουργούς να αναλαμβάνουν παρόμοια αξιώματα πριν το πέρας τριών ετών από την συνταξιοδότησή τους. 
 
Πρόταση απαγόρευσης της αθέμιτης μεταπήδησης δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών στην εκτελεστική εξουσία, με σκοπό την κατοχύρωση της διάκρισης των εξουσιών κατέθεσαν και δύο πρώην γενικοί γραμματείς του υπουργείου Δικαιοσύνης, οι Μαρίνος Σκανδάμης και Γιάννης Ιωαννίδης.

Οπως αναφέρουν, «η κατάληψη της θέσης της προϊσταμένης του Νομικού Γραφείου της Γενικής Γραμματείας του Πρωθυπουργού από την έως πριν δέκα μέρες πρόεδρο του Αρείου Πάγου αναδεικνύει απροκάλυπτα μια αθέμιτη πολιτική ταύτιση, που ανεξάρτητα από τα πρόσωπα, κλονίζει το ίδιο το Κράτος Δικαίου και τη θεμελιώδη Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.

Βεβαίως, αυτή η θλιβερή κατάσταση των ιδιαίτερων σχέσεων κυβερνήσεων με δικαστικούς λειτουργούς, αν και πρώτη φορά συντελείται σε τόσο υψηλό επίπεδο και με τόσο προκλητικό τρόπο, δεν είναι πρωτόγνωρη, αλλά αποτελεί μια οικεία πρακτική της εκτελεστικής εξουσίας, την οποία τα κόμματα ως αντιπολίτευση στηλιτεύουν, αλλά ως κυβέρνηση με πάθος ευνοούν.

Δηλαδή, ο εναγκαλισμός της εκτελεστικής εξουσίας με τη δικαστική είναι ένα διαχρονικά επαναλαμβανόμενο win – win παίγνιο, όπου δικαστικοί λειτουργοί μετά τη συνταξιοδότησή τους μεταπηδούν σε διάφορες θέσεις της εκτελεστικής εξουσίας.

Αν και η πρακτική αυτή σε πολλές περιπτώσεις δεν εκκινούσε από πολιτικές ιδιοτέλειες, αλλά από την ανάγκη των κυβερνήσεων να δίδουν κύρος στους θεσμούς τοποθετώντας ως επικεφαλής τους δικαστικούς λειτουργούς, είναι προφανές ότι εκτροχιάστηκε, παράγοντας όλο και περισσότερες προσδοκίες σε κάποιους από το δικαστικό σώμα ότι μπορούν να αξιοποιηθούν μετά τη συνταξιοδότησή τους και φυσικά, όλο και μεγαλύτερη χρήση εκ μέρους των κυβερνήσεων εύκολων υποσχέσεων σε δικαστικούς λειτουργούς για μελλοντική κυβερνητική αξιοποίησή τους, με αντάλλαγμα την ευαρέσκειά τους. Αυτή η κατάσταση υπονομεύει το κύρος και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Αν θέλουμε λοιπόν να θωρακίσουμε το κράτος δικαίου από τέτοια φαινόμενα που τρομάζουν τους πολίτες για την ασφάλεια των δικαιωμάτων τους, πρέπει να θεσμοθετήσουμε ένα βέβαιο χρονικό όριο μετά τη συνταξιοδότηση δικαστικών λειτουργών, λ.χ. πενταετία, εντός του οποίου θα απαγορεύεται η μεταπήδησή τους σε θέσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Μια τέτοια θεσμική εγγύηση του Κράτους Δικαίου μπορεί και πρέπει να περιληφθεί και στην επόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση» υπογραμμίζουν ο Γιάννης Ιωαννίδης, πρώην γενικός γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και ο Μαρίνος Σκανδάμης, πρώην γενικός Γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής.