Στο τέλος της ζωής του ο «βασιλιάς του βαλς» Γιόχαν Στράους ο νεότερος συνέθεσε τη μουσική για το μπαλέτο «Σταχτοπούτα». Στη δική του σύνθεση, ωστόσο, η ιστορία της διαφέρει από τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του ομώνυμου παραμυθιού του Περό. Καθώς ο συνθέτης πέθανε το 1899 δεν πρόλαβε να δει την πρεμιέρα του έργου το 1901. Το 1999, εκατό χρόνια από τον θάνατο του συνθέτη, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπαλέτου της Κρατικής Οπερας της Βιέννης Ρενάτο Τζανέλα παρουσίασε τη δική του ανάγνωση. Βασικός «συνομιλητής» του ήταν ο γάλλος δημιουργός Κριστιάν Λακρουά που σχεδίασε τα κοστούμια του μπαλέτου. Ο Τζανέλα, σημερινός διευθυντής του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, φέρνει στην Αθήνα αυτήν την παραγωγή. Και ο Κριστιάν Λακρουά εξηγεί: «Συνηθίζω να ακούω τον χορογράφο όταν σχεδιάζω για τη σκηνή. Δεν είμαι ο μοναδικός δημιουργός, επομένως δεν πρέπει να ακολουθώ μόνο τις δικές μου ιδέες, αλλά να υπηρετώ τη φαντασία του σκηνοθέτη ή του χορογράφου. Ωστόσο, δεν μιλάμε για μια κλασική εκδοχή "Σταχτοπούτας", αλλά μια αναθεωρημένη ιστορία όπου δεν υπάρχει πρίγκιπας αλλά ένας κληρονόμος πολυκαταστήματος και μια μοδίστρα στη θέση της φτωχής αδελφής. Η ιδέα λοιπόν του Τζανέλα την οποία ακολούθησα ήταν μια ατμόσφαιρα που υπαινίσσεται την εποχή του 1900. Με διάφανα γραφιστικά σχέδια τεχνικής φιλιγκράν σε στυλ καρικατούρας δημιουργήσαμε το ντεκόρ. Αυτή η "Σταχτοπούτα" είναι αχρονική. Πατά στην εποχή του Στράους του 1900 και στο 1999 του Τζανέλα».

Χρησιμοποιήσατε στοιχεία από τον κόσμο της μόδας σε αυτήν την παραγωγή;
Εκείνη την εποχή είχα δουλέψει επίσης τις συλλογές μου με μοντέρνα υλικά του μπαλέτου χρησιμοποιώντας αποχρώσεις φλούο και γεωμετρικές φόρμες, αφαιρετικά τονισμένες με μαύρο χρώμα. Σήμερα θα έκανα κάτι διαφορετικό, αλλά δεν νομίζω ότι ύστερα από δεκαπέντε χρόνια εκείνα τα κοστούμια έχουν «γεράσει».
Η Γκρέτε, ο χαρακτήρας της «Σταχτοπούτας» στο μπαλέτο, λειτουργεί σαν αλληγορία των κοριτσιών στα πρώτα τους βήματα εντός του συστήματος της μόδας;
Για την εποχή που ο Στράους δημιούργησε το μπαλέτο ομολογώ ότι η πρωταγωνίστριά του ήταν προχωρημένη. Μοιάζει σαν πρόσωπο του 20ού ή 21ου αιώνα. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι είναι η ιστορία μιας στυλίστριας η οποία βλέπει το όνειρό της να γίνεται πραγματικότητα.
Εχετε πολλές θεατρικές και χορευτικές παραγωγές στο βιογραφικό σας. Τι σας ελκύει σε αυτό το περιβάλλον;
Θαυμάζω τους καλλιτέχνες που κάθε βράδυ εκτίθενται στον κίνδυνο, που μέσα από το ταλέντο τους μοιράζονται την ομορφιά των κειμένων και του πνεύματος, μεταδίδοντας το γέλιο, τη χάρη, το όνειρο παρά τις όποιες δυσκολίες. Μου φαινόταν πάντα ότι μόλις σηκωνόταν η αυλαία ή όταν χαμήλωναν τα φώτα ήταν σαν να έμπαινα σε ένα σύμπαν πιο αληθινό από αυτό της καθημερινότητας. Είμαι ευτυχής να με θεωρούν μέλος κατά κάποιον τρόπο αυτής της οικογένειας μέσα από τα κοστούμια μου. Τα δύο θεατρικά Βραβεία Μολιέρου που έλαβα για τα κοστούμια στις παραγωγές της Κομεντί Φρανσέζ «Φαίδρα» και «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» με έκαναν περισσότερο περήφανο από τις δύο «Χρυσές Δαχτυλήθρες» με τις οποίες έχω τιμηθεί ως μετρ της υψηλής ραπτικής.
Νιώθετε νοσταλγία για την εποχή που εργαζόσασταν στο βασίλειο της μόδας;
Δεν ήμουν ποτέ ένας μετρ ερωτευμένος με αυτό το σύμπαν. Ιδιαίτερα όταν έγινε τόσο κυνικό και γραφικό περιβάλλον, χωρίς παιδεία. Από παιδί ήθελα να γίνω ενδυματολόγος του θεάτρου, αλλά δεν ήταν αμέσως εφικτό καθώς θέλησα να ικανοποιήσω τους γονείς μου και να τους δείξω το πτυχίο μου στην Ιστορία της Τέχνης. Τα πρώτα μου όμως σχέδια μου έφεραν το 1978 μια δουλειά μέσα στη μόδα. Βέβαια, η εποχή της δεκαετίας του '80 ήταν για τη μόδα πολύ θεατρική. Επομένως δεν μετανιώνω για εκείνα τα χρόνια.
Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο «Fashion Οbserver» του instaNEA, www.tanea.gr
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από