Εξίμισι χρόνια μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, κεντρικές τράπεζες σε αναπτυσσόμενες και ανεπτυγμένες αγορές εξακολουθούν να μεταβάλλουν συχνά - και απρόβλεπτα - τη νομισματική τους πολιτική. Πόσος δρόμος έχει μείνει για αυτό το ταξίδι;
Μόνο τον περασμένο μήνα η Αυστραλία, η Ινδία, το Μεξικό και άλλοι προχώρησαν σε μείωση των επιτοκίων. Η Κίνα μείωσε τις απαιτήσεις για κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών. Η Δανία μείωσε τα επιτόκια καταθέσεων σε αρνητικά επίπεδα.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει υποσχεθεί χωρίς προηγούμενο νομισματική χαλάρωση, ενώ ακόμη και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) έχει αναφέρει ότι χρειάζεται «υπομονή» πριν να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων. Ο νέος γύρος δραστηριοποίησης των κεντρικών τραπεζών αντικατοπτρίζει τις ανησυχίες για έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης. Την ίδια ώρα, η ασθενής ζήτηση και το υψηλό χρέος μεγαλώνουν τις ανησυχίες για αποπληθωρισμό στην ευρωζώνη και στην Ιαπωνία.
Ομως υπάρχουν σημαντικά εμπόδια για την οικονομική ανάπτυξη τα οποία δεν μπορούν να τα εξαλείψουν μόνες τους οι κεντρικές τράπεζες - για παράδειγμα επενδύσεις σε υποδομές, βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας και αλλαγές στους προϋπολογισμούς ώστε να τονώνεται η οικονομική δραστηριότητα. Ούτε μπορούν να αντιμετωπίσουν την έλλειψη επιθυμίας από νοικοκυριά και επιχειρήσεις να δαπανήσουν ούτε να αντιμετωπίσουν την υπερχρέωση.
Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν που η νομισματική πολιτική γίνεται όλο και πιο αναξιόπιστη στην προσπάθεια για τόνωση της ανάπτυξης, της σταθεροποίησης του πληθωρισμού και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Την ίδια ώρα, δεν μπορούν να υποτιμηθούν ταυτόχρονα όλα τα εθνικά νομίσματα. Οι ΗΠΑ δέχονται προς το παρόν την ανατίμηση του δολαρίου. Ταυτόχρονα η πολιτική των κεντρικών τραπεζών ευνοεί την ανάληψη μεγάλων επενδυτικών κινδύνων. Σε κάθε περίπτωση οι κεντρικές τράπεζες θα χρειαστεί να αλλάξουν την πολιτική τους κάποια στιγμή. Το ερώτημα είναι πόσο εύκολα θα μπορέσει η παγκόσμια οικονομία να ξεπεράσει τον εθισμό της στη νομισματική πολιτική που ασκείται σήμερα - και εάν το ξέσπασμα ενός συναλλαγματικού πολέμου θα επιταχύνει τη διαδικασία αυτή.
Ο Mοχάμεντ Ελ-Εριάν είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz και πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ανάπτυξης του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα. Εχει διατελέσει επικεφαλής της PIMCO.