Η επιστολή του ισοβίτη της 17Ν, που αποκαλύπτει ότι ο αρχιδολοφόνος Κουφοντίνας και οι φίλοι του εκτόξευσαν τη ρουκέτα που σκότωσε τον Θάνο Αξαρλιάν επειδή βιάζονταν να πάνε διακοπές, δίνει μια ακόμα διάσταση του αμοραλισμού της ελληνικής τρομοκρατίας. Η προσπάθεια να γραφεί ένα ακόμα «ηρωικό κεφάλαιο» υπονομεύεται από τους ίδιους τους τρομοκράτες

«Οταν οι σύντροφοι κατέβηκαν και βγήκαν στο πεζοδρόμιο της Νίκης απ’ όπου θα πυροδοτούσαν τη ρουκέτα, υπήρχε κόσμος στο απέναντι πεζοδρόμιο, άρα έπρεπε και πάλι να ακυρωθεί [η εκτόξευση]. Κι όμως, πάτησε το τηλεχειριστήριο. Ο τρίτος σύντροφος που βρίσκονταν στο πεζοδρόμιο από πριν τού είπε: “Γιατί το πάτησες αφού είχε κόσμο που είναι μέσα στα αίματα”. Απάντησε: “Υπάρχουν και παράπλευρες απώλειες”. […] Λίγο πριν κατέβει ο τέταρτος σύντροφος απ’ το πατάρι, είδε τους δύο που θα αποφασίζανε, να συνεννοούνται με τα μάτια στο στυλ: “Να το πατήσουμε σήμερα, για να τελειώνουμε”. […] Αυτός που πάτησε το τηλεχειριστήριο είπε στους υπόλοιπους ότι τον πίεζε η οικογένειά του για να φύγουν για διακοπές».

Τα παραπάνω είναι η περιγραφή της δολοφονίας του νεαρού Θάνου Αξαρλιάν, στις 14 Ιουλίου 1992, όπως την έκανε τις προάλλες στις φυλακές Κορυδαλλού ο τρομοκράτης της 17 Νοέμβρη, καταδικασθείς τέσσερις φορές σε ισόβια Βασίλης Τζωρτζάτος, με επιστολή που έστειλε στην «Ελευθεροτυπία». Ο Τζωρτζάτος, απάντησε κυρίως στη μελοδραματικη προσπάθεια του αρχιδολοφόνου Κουφοντίνα να εκφράσει, από το βιβλίο του, τη λύπη του για τον Αξαρλιάν: «Ενας αθώος άνθρωπος, ο Θάνος Αξαρλιάν, ένας από τους δικούς μας, για αυτούς που αγωνιζόμασταν να έχουν ένα καλύτερο αύριο, έμεινε δίχως αύριο», αυτά λέει η στρεψόδικη περιγραφή του «Φαρμακοχέρη» της οργάνωσης. Το «λάθος» για το οποίο κάνει λόγο ο Κουφοντίνας ο Τζωρτζάτος το αναβαθμίζει σε δολοφονική αμέλεια (ο στόχος την ημέρα εκείνη ήταν ο τότε υπουργός Οικονομικών Ιωάννης Παλαιοκρασάς). Και μάλιστα για έναν τερατώδη λόγο: επειδή οι οικογένειες θέλαν Γαύδο, διακοπές και μπάνια!
Ο Κουφοντίνας δεν άφησε την ευκαιρία για «δημοκρατικό διάλογο» με τον άλλοτε σύντροφό του να πάει χαμένη. Σε επιστολή του (δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών») μέμφεται τον Τζωρτζάτο, τον λούζει με διόλου κολακευτικούς χαρακτηρισμούς και ελεεινολογεί και τον Αλέκο Γιωτόπουλο, τον οποίο αποκαλεί «Υποβολέα». Και προφανώς, όπως καθένας που ζει την τρέλα του μεγαλείου, δίνει ραντεβού με την Ιστορία. Εμφύλιος!
Ο Κουφοντίνας είχε συναντηθεί με τον Τζωρτζάτο πολλά χρόνια πριν. Το φλερτ και των δύο με την Ιστορία έγινε με άκρα μυστικότητα στο πλαίσιο της δολοφονικής δράσης της οργάνωσης. Μερικές από τις ενέργειες στις οποίες και οι δύο έλαβαν μέρος ήταν η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη στο Κολωνάκι, το 1989, καθώς και οι δολοφονίες του εκδότη της «Απογευματινής» Ν. Μομφερράτου και του οδηγού του Π. Ρουσέτη, του βιομηχάνου Δ. Αγγελόπουλου, του επιχειρηματία Αλ. Αθανασιάδη – Μποδοσάκη και του εισαγγελέα Κ. Ανδρουλιδάκη. Από κοινού και με τον Γιωτόπουλο, χαίρονταν τη δόξα που απολάμβαναν οι αναλύσεις τους, τις οποίες δημοσίευαν τότε, ως μανιφέστα γραμμένα με αίμα.
ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΦΟΝΟΙ. Γεννημένος το 1955 στην Αθήνα, ο Βασίλης Τζωρτζάτος είναι ηλεκτρολόγος, παντρεμένος κι έχει μια κόρη. Στη δίκη της 17 Νοέμβρη περιέγραψε ο ίδιος ως εξής τα περιστατικά της στρατολόγησής του στην τρομοκρατική οργάνωση: «Tο 1982, όταν έμεινα στο πατρικό μου στην Kηπούπολη, ήταν περίοδος πολιτικοποίησης, μαζικών εργατικών και κοινωνικών διεκδικήσεων. Kάναμε συναντήσεις σε σπίτια, σε ρεμπετομάγαζα, σε εκδηλώσεις πανεπιστημίων, σε εκδηλώσεις εργατικών και κοινωνικών διεκδικήσεων, κ.λπ. Mέσω ενός φίλου μου του Zαμπούφλου Kανέλλου, γνώρισα τον Xριστόδουλο Ξηρό όπου και με πλησίασε». Ο τελευταίος του έδωσε το συνωμοτικό ψευδώνυμο «Σταμάτης».
Στην απολογία του, ο Τζωρτζάτος είχε πει ότι πρωτοέλαβε μέρος σε επιχείρηση ως τσιλιαδόρος στη δολοφονία Μομφερράτου. Είπε ακόμα ότι σταμάτησε να συμμετέχει το 1992, ωστόσο το 1993 είχε προσαχθεί στην Αστυνομία ως ύποπτος έπειτα από αναφορά του φρουρού του τότε αμερικανού στρατιωτικού ακολούθου, αλλά δεν προέκυψαν στοιχεία εναντίον του.
Συνελήφθη το καλοκαίρι του 2002, μετά την έκρηξη του Πειραιά και τον τραυματισμό του Σάββα Ξηρού στη Χιλιαδού της Εύβοιας όπου παραθέριζε. Στην ανάκριση ομολόγησε τη δράση του, κατονόμασε τη συμμετοχή του σε συγκεκριμένες ενέργειες και αποκήρυξε την τρομοκρατία –αργότερα υπαναχώρησε λέγοντας ότι η ομολογία του είχε ληφθεί με βασανιστήρια και ναρκωτικές ουσίες (πολλοί έλεγαν τότε, το καλοκαίρι εκείνο της γκροτέσκ αποκαθήλωσης της εικόνας των «λαϊκών ηρώων» που οι ίδιοι είχαν φτιάξει για τον εαυτό τους, ότι μίλησαν επειδή τους έδιναν πορτοκαλάδα με ναρκωτικά).
ΕΝΑΣ ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ. Από το 2002 στον Κορυδαλλό, ο Τζωρτζάτος αποστασιοποιήθηκε βαθμιαία από αρκετά πρόσωπα με τα οποία τους ένωναν στο παρελθόν οι αντιλήψεις για τα πράγματα και η δολοφονική δράση τους. Οι αδελφοί Ξηροί κι ο Κουφοντίνας, στο κελί, έγιναν αντίπαλοι. Σε συνέντευξη στα «ΝΕΑ», στις 17/9/2005, μιλούσε για απογοήτευση από τη στενότερη σχέση μαζί τους, στη φυλακή, επειδή «προσπάθησαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι ήσαν κάποιοι ανώτεροι από τους άλλους, κάποιοι ίσως κρυφοί ηγέτες…». Το ρήγμα μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Στην ίδια συνέντευξη ισχυρίζεται ότι εκείνος είχε κάνει απεργία πείνας κι οι άνθρωποι που παλιά σκοτώνανε μαζί τον χλεύαζαν λέγοντας ότι έτρωγε κρυφά. Ο καβγάς εκείνος μετατράπηκε σε μεγάλο ρήγμα. Ο Τζωρτζάτος έμεινε μόνος με τον Γιωτόπουλο.
Η φιλονικία εκείνη ήταν θέμα χρόνου να περάσει και στον Τύπο. Η δραπέτευση του Χριστόδουλου Ξηρού, άλλωστε, κι η κυκλοφορία του βιβλίου του Κουφοντίνα οξύνουν το ρήγμα. Στη σκιά του Γιωτόπουλου και του Τζωρτζάτου, οι άλλοι ανακάλυψαν ετεροχρονισμένα το λαϊφστάιλ. Κάτι που ο γαλουχημένος με την κουλτούρα των «καταστασιακών» Γιωτόπουλος (και οι δικές του «επιρροές») το έχουν αποκηρύξει από τα παλαιά χρόνια. Αποτέλεσμα; Οσο κι αν ο Τζωρτζάτος κατηγορεί για αμοραλισμό τον Κουφοντίνα, ο σίριαλ κίλερ της οργάνωσης έχει τη δυνατότητα να αντιπαρέρχεται τις κατηγορίες του. Συγγραφεύς, με φίλους και διερμηνευτές του συγγραφικού έργου του και τη δυνατότητα να δημοσιεύει νέα μανιφέστα «εκεί έξω», έχει όλο τον χρόνο μπροστά του για να λύσει τις πολιτικοϊδεολογικές διαφορές του στους κόλπους των οργανώσεων της ένοπλης πάλης.
Ετσι κι αλλιώς, η ζωή τούς έχει ξεπεράσει και η κοινωνία συνειδητοποιεί όλο

και περισσότερο ότι το έγκλημα, έστω

στο όνομα της πολιτικής, είναι μέσο όξυνσης των παθών, αναταραχής, αποσταθεροποίησης, κυριαρχίας του εξτρεμισμού.

Και η ελληνική κοινωνία έχει πάρει την αντίθετη κατεύθυνση, προς τη δημοκρατική ομαλότητα και την ευρωπαϊκή

κανονικότητα.