Λίγο πριν συναντήσει το κοινό της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, ο βρετανός συγγραφέας μιλάει στα «ΝΕΑ» για το τελευταίο του βιβλίο «Expo 58», τη γνώμη των συμπατριωτών του για την Ευρωπαϊκή Ενωση, την κατάσταση στην Ελλάδα αλλά και τη μουσική

Γεννήθηκε στο Μπέρμιγχαμ το 1961. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, τη δίδαξε σε εκείνο του Γουόρικ, ενώ διετέλεσε συνεργάτης της εφημερίδας «The Guardian» ή κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό «New Statesman». Στη χώρα μας αγαπήθηκε για βιβλία όπως «Η λέσχη των τιποτένιων» ή «Τι ωραίο πλιάτσικο!» (εκδ. «Πόλις») που σατιρίζουν τρυφερά τη βρετανική κοινωνία και λίγο σκληρότερα τις ηγεσίες της. Πράγματα δηλαδή που γοητεύουν και το ιταλικό ή το γαλλικό κοινό, παρ' όλο που ο Κόου δεν γνωρίζει αν υπάρχει κάτι σε αυτές τις χώρες που κάνει και το τελευταίο βιβλίο του, «Expo 58», με ήρωα έναν αφελή Βρετανό και φόντο την ομώνυμη διεθνή έκθεση στις Βρυξέλλες, να πουλάει ήδη εντυπωσιακά. «Νομίζω ότι κάτι στο έργο μου έχει "πιάσει" το συλλογικό φαντασιακό αυτών των χωρών», λέει, «κάτι που έχει να κάνει με τον συνδυασμό χιούμορ και κοινωνικής ανάλυσης. Μια ισορροπία αστείου και μελαγχολικού. Και ίσως υπάρχει κάτι στο ταμπεραμέντο τους που τις κάνει να σχετίζονται με τα έργα μου».

Η πραγματική Expo 58 πάντως ήταν μια από τις πρώτες στιγμές ευρωπαϊκής μεταπολεμικής δόξας, γεμάτη ελπίδες και υποσχέσεις. Γράφοντας για αυτήν από την πλεονεκτική θέση του παρόντος, ο Κόου αντιλήφθηκε τον πειρασμό να δει κυνικά έναν ιδεαλισμό που σήμερα μοιάζει αφελής. «Ηθελα όμως να τον καταλάβω, όχι να τον κοροϊδέψω, να διαπιστώσω αν είχε κάτι που θα μπορούσαμε να επαναδιεκδικήσουμε. Είχαμε μεγάλη πίστη στην επιστήμη, στη δύναμη της τεχνολογίας να μεταμορφώσει την καθημερινότητα των ανθρώπων, στην προσέγγιση των εθνών μέσα σε ένα πνεύμα συμφιλίωσης, και εκείνη η έκθεση ήταν μια λαμπρή στιγμή». Ο ήρωάς του, ο Τόμας Φόλεϊ, ένας δημόσιος υπάλληλος με απόσπαση στην παμπ του βρετανικού περιπτέρου, αφού πιει μπίρες, φλερτάρει, παρακολουθήσει αβανγκάρντ συναυλίες αλλά και μπλέξει σε ένα ψυχροπολεμικό κατασκοπικό παιχνίδι, καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή του. Είναι δύσκολο να μη σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για μια αλληγορία - τίνος όμως; Της Ευρώπης ή της Βρετανίας; «Ο Τόμας πρέπει να διαλέξει αν είναι Ευρωπαίος ή αν νιώθει πλησιέστερα στον αμερικανικό τρόπο ζωής. Είναι μια κρίση ταυτότητας που η Βρετανία αντιμετωπίζει εδώ και καιρό, όχι μόνο στην πολιτική σφαίρα, αλλά και στην πολιτισμική».
Δεν του είναι εύκολο να την εξηγήσει στο ελληνικό κοινό. Η πατρίδα του είναι ένα νησί και οι κάτοικοί του απολαμβάνουν την ανεξαρτησία που τους παρέχει. Από τη μια θέλουν να είναι μέρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, από την άλλη την αντιμετωπίζουν και με λίγη ειρωνεία, θεωρώντας τη χώρα τους ένα μέρος πιο πραγματιστικό. Την ίδια στιγμή η Βρετανία ανησυχεί για την αυξανόμενη εξουσία της Γερμανίας, «για εκείνους όμως που θέλουν να φύγουμε από την Ενωση, δεν είναι αυτός ο κυριότερος λόγος. Είναι μια αίσθηση ότι το ευρωπαϊκό πείραμα πάει λάθος, ότι πρέπει να το εγκαταλείψουμε όσο είναι καιρός. Λίγοι το πιστεύουν, η φωνή τους όμως ακούγεται όλο και περισσότερο».
Μιλώντας για εξόδους, τι αισθάνεται για την Ελλάδα; Είναι ακόμη «αδύναμη, στο έλεος των ισχυρών», όπως έλεγε προ μηνών; «Από όσα διαβάζω, ο ελληνικός λαός περνάει απίστευτες δυσκολίες. Οι συνθήκες που επιβάλλονται από την τρόικα δεν κάνουν τη ζωή του καθόλου ευκολότερη. Ερχόμενος στην Ελλάδα, με ενδιαφέρει να μιλήσω με τον κόσμο, γιατί δεν μπορείς να τα μάθεις όλα από τις εφημερίδες. Αυτά που δεν μπορούν να σου πουν είναι η ψυχική θερμοκρασία μιας χώρας». Γνωρίζει ότι στην αναζήτησή της θα συναντήσει ανθρώπους γοητευμένους από τον νεοναζισμό; Φυσικά, όπως και τις αιτίες της εμφάνισής του. «Ναι, είναι ασφαλές να πούμε ότι τα μέτρα λιτότητας έχουν μεγάλη σχέση με την άνοδό του. Ιστορικά ο φασισμός ανθεί σε συνθήκες οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών, και είναι τρομερό όταν η φτώχεια ωθεί τους ανθρώπους σε μια δηλητηριώδη ιδεολογία». Ξέρει όμως ότι η σύνδεση λιτότητας και ανόδου της Ακροδεξιάς θεωρείται από πολλούς λαϊκισμός; «Δεν μπορώ να συμφωνήσω με κάτι τέτοιο. Υπάρχουν βαθιές συνδέσεις ανάμεσά τους, δεν είναι λαϊκισμός να το λες».
Εξίσου σίγουρος είναι και για τις ικανότητες της πολιτικής λογοτεχνίας να επιφέρει αλλαγές. Οχι άμεσες ή στιγμιαίες. «Τα πολιτικά αλλά και όλα τα μυθιστορήματα έχουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Ενα καλό μυθιστόρημα είναι, αν θέλετε, μια μηχανή που βοηθά τους ανθρώπους να σκέφτονται πιο ελεύθερα, πιο βαθιά, να χρησιμοποιούν τη φαντασία τους, η οποία είναι σημαντικό εργαλείο στην πολιτική και στη δημόσια ζωή, που συχνά δεν αναγνωρίζεται ως τέτοιο. Καταλαβαίνω ότι είναι δελεαστικό να ανυπομονείς για άμεσες διορθώσεις, δεν μπορείς όμως να τις αναζητήσεις στη λογοτεχνία». Και πού μπορείς; «Δεν έχω απάντηση στα προβλήματα της Ευρώπης», λέει σχεδόν γελώντας. «Νομίζω ότι χρειαζόμαστε μια ριζοσπαστική αλλαγή στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Μια αναλογία την οποία σκέφτομαι είναι αυτή μεταξύ της οικονομικής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής. Δύσκολα πείθεις τον κόσμο ότι η δεύτερη είναι πρόβλημα, εκτός αν γίνει μια καταστροφή όπως στις Φιλιππίνες και το καταλάβουν μερικοί. Αν η ζωή τους είναι άνετη -και η ζωή κάποιων Ευρωπαίων είναι -, δύσκολα τους κάνεις να αλλάξουν. Φοβάμαι ότι θα χρειαστεί κάτι πραγματικά τρομακτικό προτού αλλάξουμε τον τρόπο που ζούμε».
Είναι ένας φόβος που αφορά και τις δύο έφηβες κόρες του, μέλη μιας γενιάς που ξέρει ότι δεν θα ευγνωμονεί τη δική του. Ενας φόβος που αντανακλάται και στο γράψιμό του, για χάρη του οποίου αποζητεί όλο και περισσότερο την απομόνωση: «Ο κόσμος γενικά γίνεται πολύ θορυβώδης, φλύαρος, και η ησυχία είναι πιο πολύτιμη από ό,τι στο παρελθόν» λέει. Τότε έγραφε ακόμα και με συνοδεία μουσικής, σήμερα όμως «η μουσική έχει υποτιμηθεί, χρησιμοποιείται σαν φόντο, χρησιμοποιείται σε ταινίες και σειρές για να ανακινήσει ένα συναίσθημα που δεν είναι πάντα παρόν». Ισως γι' αυτό νοσταλγεί τη φοιτητική του μπάντα, όπως και άλλα πράγματα από τη νιότη του. «Μου λείπει η ικανότητα να εκπλήσσομαι», λέει. «Από την τέχνη μου, από τον κινηματογράφο. Πολλά βιβλία γράφονται, πολλές ταινίες γυρίζονται, αλλά αρχίζω να νιώθω ότι έχω δει τα περισσότερα, τα έχω διαβάσει, ότι πάει καιρός από τότε που κάτι με τάραξε. Αυτό μου λείπει στα αλήθεια. Ας ελπίσουμε ότι είναι κάτι προσωρινό και ότι θα βρεθεί κάτι που θα μου δώσει ξανά αυτή τη συγκίνηση».
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από