Οταν το 1974 η εφημερίδα «Liverpool Daily Post» ρώτησε την υπουργό Παιδείας της Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, αν θεωρούσε πιθανό να αναδειχθεί σύντομα μία γυναίκα πρωθυπουργός, εκείνη απάντησε: «Νομίζω όχι, τουλάχιστον στη διάρκεια της δικής μου ζωής». Εναν χρόνο αργότερα η Θάτσερ εκλεγόταν η πρώτη γυναίκα ηγέτης του Συντηρητικού Κόμματος και σε πέντε χρόνια ήταν η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός. Παρέμεινε στην εξουσία για εντεκάμισι χρόνια.
Οι οπαδοί της τη θαυμάζουν για τους ίδιους ακριβώς λόγους για τους οποίους οι εχθροί της τη μισούν:
α. Συνέβαλε όσο ελάχιστοι στην τελική συντριβή του κομμουνισμού. Πιστή σύμμαχος των ΗΠΑ και του Ρίγκαν, κράτησε τόσο σκληρή στάση απέναντι στο αρτηριοσκληρωτικό αλλά ετοιμοθάνατο καθεστώς του Κρεμλίνου, που ανάγκασε την εφημερίδα του Κόκκινου Στρατού να την ονομάσει Σιδηρά Κυρία. Η ίδια ενθουσιάστηκε όταν το έμαθε.
β. Η Θάτσερ όμως είναι επίσης αυτή που ταυτόχρονα με τον Ρίγκαν εφάρμοσε αυτό το μείγμα πολιτικής που θα κυριαρχήσει σύντομα σε όλο τον κόσμο: λιγότερο κράτος, περισσότερη ελεύθερη αγορά.
Δεν είναι τυχαίο πως όσοι τη μισούν για τα παραπάνω είναι συνήθως θαυμαστές του μακροβιότερου δικτάτορα του 20ού αιώνα, του Φιντέλ Κάστρο, ενώ σχεδόν πάντα λατρεύουν το μεγάλο κράτος.Η Θάτσερ ανέλαβε την εξουσία στη χειρότερη στιγμή μεταπολεμικά για τη Βρετανία. Είχε προηγηθεί ο σκληρός «χειμώνας της δυσαρέσκειας», που οφειλόταν στην αποτυχία των Εργατικών να αντιμετωπίσουν τον στασιμοπληθωρισμό και την πετρελαϊκή κρίση. Ο πληθωρισμός είχε φτάσει στο 25%, τα συνδικάτα ουσιαστικά συγκυβερνούσαν καταπνίγοντας κάθε προοπτική για ανάπτυξη, ενώ είχε αρχίσει να συζητείται σοβαρά το, εξευτελιστικό για τη Βρετανία, ενδεχόμενο προσφυγής στο ΔΝΤ.
Δεν δίστασε: συνέτριψε τα συνδικάτα, ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, μείωσε τις κρατικές δαπάνες, μείωσε τους φόρους, άνοιξε κλειστά επαγγέλματα, έδωσε κίνητρα σε εργάτες και απλούς πολίτες να αγοράσουν μετοχές αποκρατικοποιημένων επιχειρήσεων. Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό της πολιτικής της ήταν η αποφασιστική σύγκρουσή της με το status quo και η επιμονή της να περάσει την πολιτική της, ακόμα και όταν αυτή την έφερνε σε αντίθεση με μέλη του δικού της κόμματος, καθιστώντας την σταθερά αντιδημοφιλή. Ομως στις εκλογές κέρδιζε πάντα. Τα μέτρα της όχι μόνο πέτυχαν να διασώσουν τη Βρετανία από την πτώχευση, αλλά την οδήγησαν σε μια περίοδο ανάπτυξης και ευημερίας που κράτησε έως και την κρίση του 2008. Παρά την κριτική που της ασκήθηκε (δίκαιη και άδικη), οι διάδοχοί της και από τα δύο κόμματα ακολούθησαν την πολιτική της και διατήρησαν το μεγαλύτερο μέρος των επιτευγμάτων της.
Η ίδια τόνιζε ότι δεν είναι «πολιτικός της συναίνεσης αλλά πολιτικός της πεποίθησης». Διότι η Θάτσερ είχε κάτι πολύ σπάνιο για πολιτικό - είχε σαφή πολιτική ιδεολογία. Ακούγοντας κάποτε, πριν γίνει πρωθυπουργός, έναν συντηρητικό πολιτικό να υπερασπίζεται σε κομματική ομιλία τον «μεσαίο δρόμο», αγανακτισμένη τον διέκοψε βγάζοντας από την τσάντα της το Σύνταγμα της Ελευθερίας του φιλελεύθερου διανοούμενου Φ.Α. Χάγιεκ. Το έδειξε στο κοινό και μετά το πέταξε στο τραπέζι. «Εδώ θα βρείτε αυτό που πιστεύουμε». Ομως, αν και έλαβε συχνά προοδευτικές θέσεις σε κοινωνικά θέματα, παρέμεινε συντηρητική πολιτικός με μεγάλες δόσεις εθνικισμού. Ο εθνικισμός της συνδέεται με τις χειρότερες πολιτικές της επιλογές, όπως η ανοχή στο Απαρτχάιντ και η αδιαφορία της για την απεργία πείνας του Μπόμπι Σαντς. Τα μελανά σημεία στην πολιτική της αναδεικνύουν και τα όρια του φιλελεύθερου συντηρητισμού. Οι πλέον αποτυχημένες πολιτικές της, οι χειρότερες στιγμές της, ήταν αυτές που δεν ήταν φιλελεύθερες. Ενα μεγάλο μέρος της επιτυχίας της, πάντως, οφείλεται στην προσωπικότητά της. Ακόμα και όσοι της ασκούν κριτική δεν αρνούνται τις εντυπωσιακές ηγετικές της ικανότητες και ιδιαίτερα την αυτοπεποίθησή της και την επιμονή να υπερασπιστεί ό,τι θεωρούσε σωστό. Οταν στην αρχή της θητείας της η οικονομική πολιτική της αργούσε να αποδώσει και η ανεργία αυξήθηκε ραγδαία, δέχτηκε σκληρή κριτική. Η κριτική κορυφώθηκε στο συνέδριο του Συντηρητικού Κόμματος τον Οκτώβριο του 1980 όταν της ζήτησαν να οπισθοχωρήσει. Η απάντηση που έδωσε στην ομιλία της έμεινε διάσημη: «Εσείς αν θέλετε υποχωρήστε. Αυτή η Κυρία δεν πρόκειται να υποχωρήσει».
Ο Αριστείδης Χατζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών